καθαρίζω  Verb  [katharizo, katharizw]


Beispielsätze καθαρίζω

... στον ενικό) προέρχεται από την εβραϊκή λέξη σαράφ, που σημαίνει «καίω, καθαρίζω με φωτιά». Στην Ορθόδοξη Εκκλησία περιγράφονται ως τάγμα ασωμάτων, από ...

... μπορεί να δώσει μόνον το παράγωγο κτιστήριο (όπως φροντίζω - φροντιστήριο, καθαρίζω - καθαριστήριο, σκαλίζω - σκαλιστήρι(ο)). Κατά το Μείζον Ελληνικό Λεξικό ...

... να πλησιάσουν άλλους ανθρώπους. Την πέμπτη ημέρα μετά τον τοκετό αφού καθαρίζονταν και ο οίκος, τοποθετούσαν στην εξώθυρα στέφανο από κλάδο ελιάς, αν το ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΑΘΑΡΙΖΩ
I clean
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καθαρίζωκαθαρίζουμε, καθαρίζομεκαθαρίζομαικαθαριζόμαστε
καθαρίζειςκαθαρίζετεκαθαρίζεσαικαθαρίζεστε, καθαριζόσαστε
καθαρίζεικαθαρίζουν(ε)καθαρίζεταικαθαρίζονται
Imper
fekt
καθάριζακαθαρίζαμεκαθαριζόμουν(α)καθαριζόμαστε, καθαριζόμασταν
καθάριζεςκαθαρίζατεκαθαριζόσουν(α)καθαριζόσαστε, καθαριζόσασταν
καθάριζεκαθάριζαν, καθαρίζαν(ε)καθαριζόταν(ε)καθαρίζονταν, καθαριζόντανε, καθαριζόντουσαν
Aoristκαθάρισακαθαρίσαμεκαθαρίστηκακαθαριστήκαμε
καθάρισεςκαθαρίσατεκαθαρίστηκεςκαθαριστήκατε
καθάρισεκαθάρισαν, καθαρίσαν(ε)καθαρίστηκεκαθαρίστηκαν, καθαριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω καθαρίσει
έχω καθαρισμένο
έχουμε καθαρίσει
έχουμε καθαρισμένο
έχω καθαριστεί
είμαι καθαρισμένος, -η
έχουμε καθαριστεί
είμαστε καθαρισμένοι, -ες
έχεις καθαρίσει
έχεις καθαρισμένο
έχετε καθαρίσει
έχετε καθαρισμένο
έχεις καθαριστεί
είσαι καθαρισμένος, -η
έχετε καθαριστεί
είστε καθαρισμένοι, -ες
έχει καθαρίσει
έχει καθαρισμένο
έχουν καθαρίσει
έχουν καθαρισμένο
έχει καθαριστεί
είναι καθαρισμένος, -η, -ο
έχουν καθαριστεί
είναι καθαρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα καθαρίσει
είχα καθαρισμένο
είχαμε καθαρίσει
είχαμε καθαρισμένο
είχα καθαριστεί
ήμουν καθαρισμένος, -η
είχαμε καθαριστεί
ήμαστε καθαρισμένοι, -ες
είχες καθαρίσει
είχες καθαρισμένο
είχατε καθαρίσει
είχατε καθαρισμένο
είχες καθαριστεί
ήσουν καθαρισμένος, -η
είχατε καθαριστεί
ήσαστε καθαρισμένοι, -ες
είχε καθαρίσει
είχε καθαρισμένο
είχαν καθαρίσει
είχαν καθαρισμένο
είχε καθαριστεί
ήταν καθαρισμένος, -η, -ο
είχαν καθαριστεί
ήταν καθαρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καθαρίζωθα καθαρίζουμε, θα καθαρίζομεθα καθαρίζομαιθα καθαριζόμαστε
θα καθαρίζειςθα καθαρίζετεθα καθαρίζεσαιθα καθαρίζεστε, θα καθαριζόσαστε
θα καθαρίζειθα καθαρίζουν(ε)θα καθαρίζεταιθα καθαρίζονται
Fut
ur
θα καθαρίσωθα καθαρίσουμε, θα καθαρίζομεθα καθαριστώθα καθαριστούμε
θα καθαρίσειςθα καθαρίσετεθα καθαριστείςθα καθαριστείτε
θα καθαρίσειθα καθαρίσουν(ε)θα καθαριστείθα καθαριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καθαρίσει
θα έχω καθαρισμένο
θα έχουμε καθαρίσει
θα έχουμε καθαρισμένο
θα έχω καθαριστεί
θα είμαι καθαρισμένος, -η
θα έχουμε καθαριστεί
θα είμαστε καθαρισμένοι, -ες
θα έχεις καθαρίσει
θα έχεις καθαρισμένο
θα έχετε καθαρίσει
θα έχετε καθαρισμένο
θα έχεις καθαριστεί
θα είσαι καθαρισμένος, -η
θα έχετε καθαριστεί
θα είστε καθαρισμένοι, -ες
θα έχει καθαρίσει
θα έχει καθαρισμένο
θα έχουν καθαρίσει
θα έχουν καθαρισμένο
θα έχει καθαριστεί
θα είναι καθαρισμένος, -η, -ο
θα έχουν καθαριστεί
θα είναι καθαρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καθαρίζωνα καθαρίζουμε, να καθαρίζομενα καθαρίζομαινα καθαριζόμαστε
να καθαρίζειςνα καθαρίζετενα καθαρίζεσαινα καθαρίζεστε, να καθαριζόσαστε
να καθαρίζεινα καθαρίζουν(ε)να καθαρίζεταινα καθαρίζονται
Aoristνα καθαρίσωνα καθαρίσουμε, να καθαρίσομενα καθαριστώνα καθαριστούμε
να καθαρίσειςνα καθαρίσετενα καθαριστείςνα καθαριστείτε
να καθαρίσεινα καθαρίσουν(ε)να καθαριστείνα καθαριστούν(ε)
Perfνα έχω καθαρίσει
να έχω καθαρισμένο
να έχουμε καθαρίσει
να έχουμε καθαρισμένο
να έχω καθαριστεί
να είμαι καθαρισμένος, -η
να έχουμε καθαριστεί
να είμαστε καθαρισμένοι, -ες
να έχεις καθαρίσει
να έχεις καθαρισμένο
να έχετε καθαρίσει
να έχετε καθαρισμένο
να έχεις καθαριστεί
να είσαι καθαρισμένος, -η
να έχετε καθαριστεί
να είστε καθαρισμένοι, -ες
να έχει καθαρίσει
να έχει καθαρισμένο
να έχουν καθαρίσει
να έχουν καθαρισμένο
να έχει καθαριστεί
να είναι καθαρισμένος, -η, -ο
να έχουν καθαριστεί
να είναι καθαρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκαθάριζεκαθαρίζετεκαθαρίζεστε
Aoristκαθάρισεκαθαρίστεκαθαρίσουκαθαριστείτε
Part
izip
Presκαθαρίζονταςκαθαριζόμενος
Perfέχοντας καθαρίσει, έχοντας καθαρισμένοκαθαρισμένος, -η, -οκαθαρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαθαρίσεικαθαριστεί























Person Wortform
Präsens ich putze
du putzt
er, sie, es putzt
Präteritum ich putzte
Konjunktiv II ich putzte
Imperativ Singular putz!
putze!
Plural putzt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geputzt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:putzen




Griechische Definition zu καθαρίζω

καθαρίζω [kaθarízo] -ομαι : I1α. κάνω κτ. καθαρό, βγάζω τη βρομιά ή απομακρύνω ό,τι άχρηστο υπάρχει με πλύσιμο, τρίψιμο, τίναγμα ή σκούπισμα. ANT βρομίζω: καθαρίζω τα τζάμια / τα χαλιά. καθαρίζω το τραπέζι από τα ψίχουλα. Tο σπίτι έχει να καθαριστεί μια εβδομάδα. Aπορρυπαντικό που καθαρίζει τέλεια. || καθαρίζω την ατμόσφαιρα, απομακρύνω τους ρύπους. β. γίνομαι καθαρός: Δεν καθάρισαν καλά τα ρούχα στο πλυντήριο. Kαθάρισαν οι λεκέδες. H φούστα καθάρισε από τους λεκέδες. Kαθάρισε η ατμόσφαιρα, από τον καπνό ή από άλλους ρύπους. || Kαθάρισε ο ουρανός, έφυγαν τα σύννεφα. || Kαθάρισε το μωρό, δε βρέχεται και δε λερώνεται πια. 1. αφαιρώ από κτ. τις ξένες ή τις άχρηστες ουσίες: καθαρίζω τις φακές / τα φασόλια. Kαθάρισα τον κήπο από τα αγριόχορτα. καθαρίζω τα καρύδια / τα αυ γά / τα μήλα, ξεφλουδίζω. καθαρίζω τα ψάρια, αφαιρώ τα λέπια και τα εντόσθια. καθαρίζω φασολάκια / ραδίκια. || καθαρίζω τη γλώσσα από τους περιττούς ξενισμούς. ΦΡ τι γελάς; αυγά* σου καθαρίζουν; α2. απομακρύνω από κάπου τα επικίνδυνα στοιχεία: Kαθάρισαν την περιοχή από τις νάρκες / από τα φίδια. β. αφαιρώ από ένα ζωντανό οργανισμό παθογόνα ή άχρηστα στοιχεία: Ο γιατρός καθάρισε την πληγή / τους πνεύμονες από τους καρκινικούς ιστούς. καθαρίζω τη μύτη μου, πιέζοντας τα ρουθούνια φυσώ και απομακρύνω τις βλέννες. καθαρίζω το λαιμό μου / τη φωνή μου, βήχω ελαφρά για να απομακρύνω τα φλέματα και για να γίνει η φωνή μου καθαρότερη. || Kαθάρισε το πρόσωπο, έφυγε η ακμή. II. (μτφ.) 1α. απομακρύνω από κάπου επικίνδυνα ή ανεπιθύμητα άτομα: H αστυνομία καθάρισε την περιοχή από τους κακοποιούς. β. (οικ.) σκοτώνω ή δολοφονώ κπ.: Tους αιχμαλώτους τούς καθάρισαν όλους. Tον καθάρισε για ένα στρέμμα χωράφι. γ. εξαγνίζω: H νηστεία καθαρίζει το σώμα και την ψυχή. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καθαρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15