wegwischen
 Verb

καθαρίζω Verb
(0)
σβήνω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Nicht wegwischen.Μην το σκουπίσεις, Νατ.

Übersetzung nicht bestätigt

Aber Bailey-Park können Sie jetzt nicht mehr einfach mit der Hand wegwischen.Αλλά δεν μπορείτε να αγνοείτε το Πάρκο Μπέιλι πια.

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn Sie die Flecken nicht wegwischen, stecke ich lhre Nase da rein !Καθάρισέ το γιατί θα σου τρίψω τη μούρη στο χαλί.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich musste sie überall wegwischen.Έπρεπε να τρέχω σ' όλη την πόλη για να τα σβήσω.

Übersetzung nicht bestätigt

Wir brauchen was Fröhlicheres... wie zum Beispiel "Stars and Stripes forever"... damit er die Konkurrenz wegwischen kann.είχε εμπορική αποτυχία. Βρες κάτι πιο χαρούμενο όπως: "Star and Stripes για πάντα", για εγγυημένο σφουγγάρισμα.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καθαρίζωκαθαρίζουμε, καθαρίζομεκαθαρίζομαικαθαριζόμαστε
καθαρίζειςκαθαρίζετεκαθαρίζεσαικαθαρίζεστε, καθαριζόσαστε
καθαρίζεικαθαρίζουν(ε)καθαρίζεταικαθαρίζονται
Imper
fekt
καθάριζακαθαρίζαμεκαθαριζόμουν(α)καθαριζόμαστε, καθαριζόμασταν
καθάριζεςκαθαρίζατεκαθαριζόσουν(α)καθαριζόσαστε, καθαριζόσασταν
καθάριζεκαθάριζαν, καθαρίζαν(ε)καθαριζόταν(ε)καθαρίζονταν, καθαριζόντανε, καθαριζόντουσαν
Aoristκαθάρισακαθαρίσαμεκαθαρίστηκακαθαριστήκαμε
καθάρισεςκαθαρίσατεκαθαρίστηκεςκαθαριστήκατε
καθάρισεκαθάρισαν, καθαρίσαν(ε)καθαρίστηκεκαθαρίστηκαν, καθαριστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω καθαρίσει
έχω καθαρισμένο
έχουμε καθαρίσει
έχουμε καθαρισμένο
έχω καθαριστεί
είμαι καθαρισμένος, -η
έχουμε καθαριστεί
είμαστε καθαρισμένοι, -ες
έχεις καθαρίσει
έχεις καθαρισμένο
έχετε καθαρίσει
έχετε καθαρισμένο
έχεις καθαριστεί
είσαι καθαρισμένος, -η
έχετε καθαριστεί
είστε καθαρισμένοι, -ες
έχει καθαρίσει
έχει καθαρισμένο
έχουν καθαρίσει
έχουν καθαρισμένο
έχει καθαριστεί
είναι καθαρισμένος, -η, -ο
έχουν καθαριστεί
είναι καθαρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα καθαρίσει
είχα καθαρισμένο
είχαμε καθαρίσει
είχαμε καθαρισμένο
είχα καθαριστεί
ήμουν καθαρισμένος, -η
είχαμε καθαριστεί
ήμαστε καθαρισμένοι, -ες
είχες καθαρίσει
είχες καθαρισμένο
είχατε καθαρίσει
είχατε καθαρισμένο
είχες καθαριστεί
ήσουν καθαρισμένος, -η
είχατε καθαριστεί
ήσαστε καθαρισμένοι, -ες
είχε καθαρίσει
είχε καθαρισμένο
είχαν καθαρίσει
είχαν καθαρισμένο
είχε καθαριστεί
ήταν καθαρισμένος, -η, -ο
είχαν καθαριστεί
ήταν καθαρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καθαρίζωθα καθαρίζουμε, θα καθαρίζομεθα καθαρίζομαιθα καθαριζόμαστε
θα καθαρίζειςθα καθαρίζετεθα καθαρίζεσαιθα καθαρίζεστε, θα καθαριζόσαστε
θα καθαρίζειθα καθαρίζουν(ε)θα καθαρίζεταιθα καθαρίζονται
Fut
ur
θα καθαρίσωθα καθαρίσουμε, θα καθαρίζομεθα καθαριστώθα καθαριστούμε
θα καθαρίσειςθα καθαρίσετεθα καθαριστείςθα καθαριστείτε
θα καθαρίσειθα καθαρίσουν(ε)θα καθαριστείθα καθαριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καθαρίσει
θα έχω καθαρισμένο
θα έχουμε καθαρίσει
θα έχουμε καθαρισμένο
θα έχω καθαριστεί
θα είμαι καθαρισμένος, -η
θα έχουμε καθαριστεί
θα είμαστε καθαρισμένοι, -ες
θα έχεις καθαρίσει
θα έχεις καθαρισμένο
θα έχετε καθαρίσει
θα έχετε καθαρισμένο
θα έχεις καθαριστεί
θα είσαι καθαρισμένος, -η
θα έχετε καθαριστεί
θα είστε καθαρισμένοι, -ες
θα έχει καθαρίσει
θα έχει καθαρισμένο
θα έχουν καθαρίσει
θα έχουν καθαρισμένο
θα έχει καθαριστεί
θα είναι καθαρισμένος, -η, -ο
θα έχουν καθαριστεί
θα είναι καθαρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καθαρίζωνα καθαρίζουμε, να καθαρίζομενα καθαρίζομαινα καθαριζόμαστε
να καθαρίζειςνα καθαρίζετενα καθαρίζεσαινα καθαρίζεστε, να καθαριζόσαστε
να καθαρίζεινα καθαρίζουν(ε)να καθαρίζεταινα καθαρίζονται
Aoristνα καθαρίσωνα καθαρίσουμε, να καθαρίσομενα καθαριστώνα καθαριστούμε
να καθαρίσειςνα καθαρίσετενα καθαριστείςνα καθαριστείτε
να καθαρίσεινα καθαρίσουν(ε)να καθαριστείνα καθαριστούν(ε)
Perfνα έχω καθαρίσει
να έχω καθαρισμένο
να έχουμε καθαρίσει
να έχουμε καθαρισμένο
να έχω καθαριστεί
να είμαι καθαρισμένος, -η
να έχουμε καθαριστεί
να είμαστε καθαρισμένοι, -ες
να έχεις καθαρίσει
να έχεις καθαρισμένο
να έχετε καθαρίσει
να έχετε καθαρισμένο
να έχεις καθαριστεί
να είσαι καθαρισμένος, -η
να έχετε καθαριστεί
να είστε καθαρισμένοι, -ες
να έχει καθαρίσει
να έχει καθαρισμένο
να έχουν καθαρίσει
να έχουν καθαρισμένο
να έχει καθαριστεί
να είναι καθαρισμένος, -η, -ο
να έχουν καθαριστεί
να είναι καθαρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκαθάριζεκαθαρίζετεκαθαρίζεστε
Aoristκαθάρισεκαθαρίστεκαθαρίσουκαθαριστείτε
Part
izip
Presκαθαρίζονταςκαθαριζόμενος
Perfέχοντας καθαρίσει, έχοντας καθαρισμένοκαθαρισμένος, -η, -οκαθαρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαθαρίσεικαθαριστεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σβήνωσβήνουμε, σβήνομεσβήνομαισβηνόμαστε
σβήνειςσβήνετεσβήνεσαισβήνεστε, σβηνόσαστε
σβήνεισβήνουν(ε)σβήνεταισβήνονται
Imper
fekt
έσβηνασβήναμεσβηνόμουν(α)σβηνόμαστε, σβηνόμασταν
έσβηνεςσβήνατεσβηνόσουν(α)σβηνόσαστε, σβηνόσασταν
έσβηνεέσβηναν, σβήναν(ε)σβηνόταν(ε)σβήνονταν, σβηνόντανε, σβηνόντουσαν
Aoristέσβησασβήσαμεσβήστηκασβηστήκαμε
έσβησεςσβήσατεσβήστηκεςσβηστήκατε
έσβησεέσβησαν, σβήσαν(ε)σβήστηκεσβήστηκαν, σβηστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω σβήσει
έχω σβησμένο
έχουμε σβήσει
έχουμε σβησμένο
έχω σβηστεί
είμαι σβησμένος, -η
έχουμε σβηστεί
είμαστε σβησμένοι, -ες
έχεις σβήσει
έχεις σβησμένο
έχετε σβήσει
έχετε σβησμένο
έχεις σβηστεί
είσαι σβησμένος, -η
έχετε σβηστεί
είστε σβησμένοι, -ες
έχει σβήσει
έχει σβησμένο
έχουν σβήσει
έχουν σβησμένο
έχει σβηστεί
είναι σβησμένος, -η, -ο
έχουν σβηστεί
είναι σβησμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα σβήσει
είχα σβησμένο
είχαμε σβήσει
είχαμε σβησμένο
είχα σβηστεί
ήμουν σβησμένος, -η
είχαμε σβηστεί
ήμαστε σβησμένοι, -ες
είχες σβήσει
είχες σβησμένο
είχατε σβήσει
είχατε σβησμένο
είχες σβηστεί
ήσουν σβησμένος, -η
είχατε σβηστεί
ήσαστε σβησμένοι, -ες
είχε σβήσει
είχε σβησμένο
είχαν σβήσει
είχαν σβησμένο
είχε σβηστεί
ήταν σβησμένος, -η, -ο
είχαν σβηστεί
ήταν σβησμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σβήνωθα σβήνουμε, θα σβήνομεθα σβήνομαιθα σβηνόμαστε
θα σβήνειςθα σβήνετεθα σβήνεσαιθα σβήνεστε, θα σβηνόσαστε
θα σβήνειθα σβήνουν(ε)θα σβήνεταιθα σβήνονται
Fut
ur
θα σβήσωθα σβήσουμε, θα σβήσομεθα σβηστώθα σβηστούμε
θα σβήσειςθα σβήσετεθα σβηστείςθα σβηστείτε
θα σβήσειθα σβήσουνθα σβηστείθα σβηστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σβήσει
θα έχω σβησμένο
θα έχουμε σβήσει
θα έχουμε σβησμένο
θα έχω σβηστεί
θα είμαι σβησμένος, -η
θα έχουμε σβηστεί
θα είμαστε σβησμένοι, -ες
θα έχεις σβήσει
θα έχεις σβησμένο
θα έχετε σβήσει
θα έχετε σβησμένο
θα έχεις σβηστεί
θα είσαι σβησμένος, -η
θα έχετε σβηστεί
θα είστε σβησμένοι, -ες
θα έχει σβήσει
θα έχει σβησμένο
θα έχουν σβήσει
θα έχουν σβησμένο
θα έχει σβηστεί
θα είναι σβησμένος, -η, -ο
θα έχουν σβηστεί
θα είναι σβησμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σβήνωνα σβήνουμενα σβήνομαινα σβηνόμαστε
να σβήνειςνα σβήνετενα σβήνεσαινα σβήνεστε, να σβηνόσαστε
να σβήνεινα σβήνουννα σβήνεταινα σβήνονται
Aoristνα σβήσωνα σβήσουμενα σβηστώνα σβηστούμε
να σβήσειςνα σβήσετενα σβηστείςνα σβηστείτε
να σβήσεινα σβήσουννα σβηστείνα σβηστούν(ε)
Perfνα έχω σβήσει
να έχω σβησμένο
να έχουμε σβήσει
να έχουμε σβησμένο
να έχω σβηστεί
να είμαι σβησμένος, -η
να έχουμε σβηστεί
να είμαστε σβησμένοι, -ες
να έχεις σβήσει
να έχεις σβησμένο
να έχετε σβήσει
να έχετε σβησμένο
να έχεις σβηστεί
να είσαι σβησμένος, -η
να έχετε σβηστεί
να είστε σβησμένοι, -ες
να έχει σβήσει
να έχει σβησμένο
να έχουν σβήσει
να έχουν σβησμένο
να έχει σβηστεί
να είναι σβησμένος, -η, -ο
να έχουν σβηστεί
να είναι σβησμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσβήνεσβήνετεσβήνεστε
Aoristσβήσεσβήσετε, σβήστεσβήσουσβηστείτε
Part
izip
Presσβήνοντας
Perfέχοντας σβήσει
έχοντας σβησμένο
σβησμένος, -η, -οσβησμένοι, -ες, -α
InfinAoristσβήσεισβηστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback