σβήνω  Verb  [svino, sbhnw]

Ähnliche Bedeutung wie σβήνω


Beispielsätze σβήνω

... Το φως που σβήνει είναι ελληνική δραματική ταινία του 2000, σε σκηνοθεσία Βασίλη Ντούρου. Το σενάριο το έγραψε η Δέσποινα Τοπάζη, ο Γιάννης Τσίρος και ...

... Τα Φώτα που Σβήνουν ήταν ελληνικό μουσικό συγκρότημα, που το αποτελούσαν οι Στάθης Δρογώσης (φωνή/πλήκτρα), Δημήτρης Τζιμέας (κιθάρα), Κώστας Γιαννίρης ...

... έντονα οξειδωτικός παράγοντας) φλόγα (ή άλλη πηγή θερμότητας) Η φωτιά σβήνει όταν και ένα μόνο, οποιοδήποτε, από τα στοιχεία του τριγώνου της φωτιάς ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausbrennen

... die Teile des Gewebes durch Ätzen zerstört. Dieser Vorgang wird als ausbrennen bezeichnet. Das Grundgewebe ist grundsätzlich gemischt aus mindestens ...

... Blendung konnte durch das Herausreißen der Augäpfel oder auf andere Weise (Ausbrennen, Erhitzen, Stechen, Schneiden etc.) erfolgen. Die Blendung war bereits ...

... Brandbekämpfung sind: Den Schornstein unter ständiger Beobachtung („kontrolliert“) ausbrennen lassen. Dabei sollte man die Luftzufuhr „von unten“ minimieren, also die ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΒΗΝΩ
I extinguish
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σβήνωσβήνουμε, σβήνομεσβήνομαισβηνόμαστε
σβήνειςσβήνετεσβήνεσαισβήνεστε, σβηνόσαστε
σβήνεισβήνουν(ε)σβήνεταισβήνονται
Imper
fekt
έσβηνασβήναμεσβηνόμουν(α)σβηνόμαστε, σβηνόμασταν
έσβηνεςσβήνατεσβηνόσουν(α)σβηνόσαστε, σβηνόσασταν
έσβηνεέσβηναν, σβήναν(ε)σβηνόταν(ε)σβήνονταν, σβηνόντανε, σβηνόντουσαν
Aoristέσβησασβήσαμεσβήστηκασβηστήκαμε
έσβησεςσβήσατεσβήστηκεςσβηστήκατε
έσβησεέσβησαν, σβήσαν(ε)σβήστηκεσβήστηκαν, σβηστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σβήσει
έχω σβησμένο
έχουμε σβήσει
έχουμε σβησμένο
έχω σβηστεί
είμαι σβησμένος, -η
έχουμε σβηστεί
είμαστε σβησμένοι, -ες
έχεις σβήσει
έχεις σβησμένο
έχετε σβήσει
έχετε σβησμένο
έχεις σβηστεί
είσαι σβησμένος, -η
έχετε σβηστεί
είστε σβησμένοι, -ες
έχει σβήσει
έχει σβησμένο
έχουν σβήσει
έχουν σβησμένο
έχει σβηστεί
είναι σβησμένος, -η, -ο
έχουν σβηστεί
είναι σβησμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σβήσει
είχα σβησμένο
είχαμε σβήσει
είχαμε σβησμένο
είχα σβηστεί
ήμουν σβησμένος, -η
είχαμε σβηστεί
ήμαστε σβησμένοι, -ες
είχες σβήσει
είχες σβησμένο
είχατε σβήσει
είχατε σβησμένο
είχες σβηστεί
ήσουν σβησμένος, -η
είχατε σβηστεί
ήσαστε σβησμένοι, -ες
είχε σβήσει
είχε σβησμένο
είχαν σβήσει
είχαν σβησμένο
είχε σβηστεί
ήταν σβησμένος, -η, -ο
είχαν σβηστεί
ήταν σβησμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σβήνωθα σβήνουμε, θα σβήνομεθα σβήνομαιθα σβηνόμαστε
θα σβήνειςθα σβήνετεθα σβήνεσαιθα σβήνεστε, θα σβηνόσαστε
θα σβήνειθα σβήνουν(ε)θα σβήνεταιθα σβήνονται
Fut
ur
θα σβήσωθα σβήσουμε, θα σβήσομεθα σβηστώθα σβηστούμε
θα σβήσειςθα σβήσετεθα σβηστείςθα σβηστείτε
θα σβήσειθα σβήσουνθα σβηστείθα σβηστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σβήσει
θα έχω σβησμένο
θα έχουμε σβήσει
θα έχουμε σβησμένο
θα έχω σβηστεί
θα είμαι σβησμένος, -η
θα έχουμε σβηστεί
θα είμαστε σβησμένοι, -ες
θα έχεις σβήσει
θα έχεις σβησμένο
θα έχετε σβήσει
θα έχετε σβησμένο
θα έχεις σβηστεί
θα είσαι σβησμένος, -η
θα έχετε σβηστεί
θα είστε σβησμένοι, -ες
θα έχει σβήσει
θα έχει σβησμένο
θα έχουν σβήσει
θα έχουν σβησμένο
θα έχει σβηστεί
θα είναι σβησμένος, -η, -ο
θα έχουν σβηστεί
θα είναι σβησμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σβήνωνα σβήνουμενα σβήνομαινα σβηνόμαστε
να σβήνειςνα σβήνετενα σβήνεσαινα σβήνεστε, να σβηνόσαστε
να σβήνεινα σβήνουννα σβήνεταινα σβήνονται
Aoristνα σβήσωνα σβήσουμενα σβηστώνα σβηστούμε
να σβήσειςνα σβήσετενα σβηστείςνα σβηστείτε
να σβήσεινα σβήσουννα σβηστείνα σβηστούν(ε)
Perfνα έχω σβήσει
να έχω σβησμένο
να έχουμε σβήσει
να έχουμε σβησμένο
να έχω σβηστεί
να είμαι σβησμένος, -η
να έχουμε σβηστεί
να είμαστε σβησμένοι, -ες
να έχεις σβήσει
να έχεις σβησμένο
να έχετε σβήσει
να έχετε σβησμένο
να έχεις σβηστεί
να είσαι σβησμένος, -η
να έχετε σβηστεί
να είστε σβησμένοι, -ες
να έχει σβήσει
να έχει σβησμένο
να έχουν σβήσει
να έχουν σβησμένο
να έχει σβηστεί
να είναι σβησμένος, -η, -ο
να έχουν σβηστεί
να είναι σβησμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσβήνεσβήνετεσβήνεστε
Aoristσβήσεσβήσετε, σβήστεσβήσουσβηστείτε
Part
izip
Presσβήνοντας
Perfέχοντας σβήσει
έχοντας σβησμένο
σβησμένος, -η, -οσβησμένοι, -ες, -α
InfinAoristσβήσεισβηστεί





Icon tools.svg Dieser Eintrag oder Abschnitt bedarf einer Überarbeitung. Hilf bitte mit, ihn zu verbessern, und entferne anschließend diese Markierung.

Folgendes ist zu überarbeiten: Übereinstimmung von Bedeutung und Lemma in der Wortart



















Griechische Definition zu σβήνω

σβήνω [zvíno] -ομαι Ρ αόρ. έσβησα, απαρέμφ. σβήσει, παθ. αόρ. σβήστη κα, απαρέμφ. σβηστεί, μππ. σβησμένος : 1α. κάνω κτ. να πάψει να καίει ή να φωτίζει ή παύω να καίω ή να φωτίζω: σβήνω τη φωτιά / το κερί. H φωτιά έσβησε μόνη της. Έσβησαν τα φώτα. Οι πυροσβέστες κατάφεραν να σβήσουν την πυρκαγιά. σβήνω το τσιγάρο μου. Σβήσε τους προβολείς του αυτοκινήτου. ΦΡ έσβησε το καντήλι* του. || σβήνω το κρέας με κρασί, προσθέτω κρασί στην τελευταία φάση του μαγειρέματος. σβήνω τον ασβέστη, τον διαλύω με νερό. || (γεωλ.): Σβησμένο ηφαίστειο, στο οποίο δεν έχει σημειωθεί έκρηξη κατά τους ιστορικούς χρόνους. ANT ενεργό. β. σταματώ τη λειτουργία μιας μηχανής, ή μιας συσκευής που καταναλώνει καύσιμα ή ηλεκτρικό ρεύμα: σβήνω τη μηχανή του αυτοκινήτου / το ραδιόφωνο / την τηλεόραση / το γκάζι, κλείνω. (Mου) έσβησε η μηχανή. ΦΡ στο άψε* σβήσε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σβήνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15