entziehen
 Verb

στερώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Er ist zu gefährlich und sie zu schön, um sich meiner Aufmerksamkeit zu entziehen!Αυτός είναι αρκετά επικίνδυνος κι εκείνη είναι πολύ όμορφη... ώστε να αξίζει την προσοχή μου!"

Übersetzung nicht bestätigt

Indem Sie sie unserem Schutz entziehen, töten Sie sie.Αν την πάρεις, θα είναι σαν να την σκοτώνεις...

Übersetzung nicht bestätigt

Die Regierungen der Mächligen sind kapriziös wie schöne Frauen. Berauschl von der Macht, die Schönheit verleiht, entziehen sie einem Bewerber plölzlich die Gunsl.Σκέπτομαι μερικές φορές, σερ Τσαρλς μια μεγάλη κυβέρνηση μοιάζει με ωραία γυναίκα που, μεθυσμένη από τη δική της ομορφιά έχει την τάση να παίρνει πίσω από τον εραστή της τα καλά που του έχει δώσει.

Übersetzung nicht bestätigt

Wir müssen ihm das Wort entziehen.Πρέπει vα του κλεiσουμε το στόμα.

Übersetzung nicht bestätigt

Er irrt hilflos umher und Sie entziehen ihm seinen einzigen Schutz: Seine Ehe.Ενώ ο φτωχός παραδέρνει αβοήθητος παίρνεις την μόνη προστασία που έχει, τον νόμιμο γάμο του.

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στερώστερούμεστερούμαιστερούμαστε
στερείςστερείτεστερείσαιστερείστε
στερείστερούν(ε)στερείταιστερούνται
Imper
fekt
στερούσαστερούσαμεστερούμουνστερούμαστε
στερούσεςστερούσατε
στερούσεστερούσαν(ε)στερούνταν, εστερείτοστερούνταν, εστερούντο
Aoristστέρησαστερήσαμεστερήθηκαστερηθήκαμε
στέρησεςστερήσατεστερήθηκεςστερηθήκατε
στέρησεστέρησαν, στερήσαν(ε)στερήθηκεστερήθηκαν, στερηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω στερήσει
έχω στερημένο
έχουμε στερήσει
έχουμε στερημένο
έχω στερηθεί
είμαι στερημένος, -η
έχουμε στερηθεί
είμαστε στερημένοι, -ες
έχεις στερήσει
έχεις στερημένο
έχετε στερήσει
έχετε στερημένο
έχεις στερηθεί
είσαι στερημένος, -η
έχετε στερηθεί
είστε στερημένοι, -ες
έχει στερήσει
έχει στερημένο
έχουν στερήσει
έχουν στερημένο
έχει στερηθεί
είναι στερημένος, -η, -ο
έχουν στερηθεί
είναι στερημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα στερήσει
είχα στερημένο
είχαμε στερήσει
είχαμε στερημένο
είχα στερηθεί
ήμουν στερημένος, -η
είχαμε στερηθεί
ήμαστε στερημένοι, -ες
είχες στερήσει
είχες στερημένο
είχατε στερήσει
είχατε στερημένο
είχες στερηθεί
ήσουν στερημένος, -η
είχατε στερηθεί
ήσαστε στερημένοι, -ες
είχε στερήσει
είχε στερημένο
είχαν στερήσει
είχαν στερημένο
είχε στερηθεί
ήταν στερημένος, -η, -ο
είχαν στερηθεί
ήταν στερημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στερώθα στερούμεθα στερούμαιθα στερούμαστε
θα στερείςθα στερείτεθα στερείσαιθα στερείστε
θα στερείθα στερούν(ε)θα στερείταιθα στερούνται
Fut
ur
θα στερήσωθα στερήσουμεθα στερηθώθα στερηθούμε
θα στερήσειςθα στερήσετεθα στερηθείςθα στερηθείτε
θα στερήσειθα στερήσουν(ε)θα στερηθείθα στερηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στερήσει
θα έχω στερημένο
θα έχουμε στερήσει
θα έχουμε στερημένο
θα έχω στερηθεί
θα είμαι στερημένος, -η
θα έχουμε στερηθεί
θα είμαστε στερημένοι, -ες
θα έχεις στερήσει
θα έχεις στερημένο
θα έχετε στερήσει
θα έχετε στερημένο
θα έχεις στερηθεί
θα είσαι στερημένος, -η
θα έχετε στερηθεί
θα είστε στερημένοι, -η
θα έχει στερήσει
θα έχει στερημένο
θα έχουν στερήσει
θα έχουν στερημένο
θα έχει στερηθεί
θα είναι στερημένος, -η, -ο
θα έχουν στερηθεί
θα είναι στερημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στερώνα στερούμενα στερούμαινα στερούμαστε
να στερείςνα στερείτενα στερείσαινα στερείστε
να στερείνα στερούν(ε)να στερείταινα στερούνται
Aoristνα στερήσωνα στερήσουμε, να στερήσομενα στερηθώνα στερηθούμε
να στερήσειςνα στερήσετενα στερηθείςνα στερηθείτε
να στερήσεινα στερήσουν(ε)να στερηθείνα στερηθούν(ε)
Perfνα έχω στερήσει
να έχω στερημένο
να έχουμε στερήσει
να έχουμε στερημένο
να έχω στερηθεί
να είμαι στερημένος, -η
να έχουμε στερηθεί
να είμαστε στερημένοι, -ες
να έχεις στερήσει
να έχεις στερημένο
να έχετε στερήσει
να έχετε στερημένο
να έχεις στερηθεί
να είσαι στερημένος, -η
να έχετε στερηθεί
να είστε στερημένοι, -ες
να έχει στερήσει
να έχει στερημένο
να έχουν στερήσει
να έχουν στερημένο
να έχει στερηθεί
να είναι στερημένος, -η, -ο
να έχουν στερηθεί
να είναι στερημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστερείτεστερείστε
Aoristστέρησεστερήστε, στερήσετεστερήσουστερηθείτε
Part
izip
Presστερώντας
Perfέχοντας στερήσει, έχοντας στερημένοστερημένος, -η, -οστερημένοι, -ες, -α
InfinAoristστερήσειστερηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback