στερώ  Verb  [stero, sterw]

Ähnliche Bedeutung wie στερώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze στερώ

... Άσκλου και του Βενεβέντου κατάφεραν ένα τρομακτικό πλήγμα στον στρατό του, στερώντας έτσι από τον αγέρωχο ηγεμόνα τις δυνατότητες για πραγμάτωση των μεγαλεπήβολων ...

... την Αμερικανική Επανάσταση ήταν βαρύ πλήγμα για τη Βρετανία, καθώς της στέρησε τις πιο πολυπληθείς αποικίες της. Παρά το γεγονός αυτό, το βρετανικό ενδιαφέρον ...

... διακόσμηση δημοσίων κτιρίων. Ακόμη ένας καθηγητής του Γεράσιμου Σταματελάτου – Στέρη, ήταν και ο Πιέρ Λωράνς, επίσης ακαδημαϊκός. Συγχρόνως παρακολουθεί και ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aberkennen

... dies zu verhindern und wollten ihm die schwedische Staatsbürgerschaft aberkennen lassen. Dies hätte für Friedrich Strindberg möglicherweise tödlich geendet ...

... Gericht für die Dauer von zwei bis zu fünf Jahren das Wahl- und Stimmrecht aberkennen (§ 45 StGB). Bei Missbrauch bestimmter Grundrechte zum Kampf gegen die ...

... Rechtsnachfolger des Landes Braunschweig Hitler die deutsche Staatsbürgerschaft aberkennen kann“. Saalmann löste damit eine weit über Deutschland hinausgehende Debatte ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΤΕΡΩ
I deprive
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στερώστερούμεστερούμαιστερούμαστε
στερείςστερείτεστερείσαιστερείστε
στερείστερούν(ε)στερείταιστερούνται
Imper
fekt
στερούσαστερούσαμεστερούμουνστερούμαστε
στερούσεςστερούσατε
στερούσεστερούσαν(ε)στερούνταν, εστερείτοστερούνταν, εστερούντο
Aoristστέρησαστερήσαμεστερήθηκαστερηθήκαμε
στέρησεςστερήσατεστερήθηκεςστερηθήκατε
στέρησεστέρησαν, στερήσαν(ε)στερήθηκεστερήθηκαν, στερηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω στερήσει
έχω στερημένο
έχουμε στερήσει
έχουμε στερημένο
έχω στερηθεί
είμαι στερημένος, -η
έχουμε στερηθεί
είμαστε στερημένοι, -ες
έχεις στερήσει
έχεις στερημένο
έχετε στερήσει
έχετε στερημένο
έχεις στερηθεί
είσαι στερημένος, -η
έχετε στερηθεί
είστε στερημένοι, -ες
έχει στερήσει
έχει στερημένο
έχουν στερήσει
έχουν στερημένο
έχει στερηθεί
είναι στερημένος, -η, -ο
έχουν στερηθεί
είναι στερημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα στερήσει
είχα στερημένο
είχαμε στερήσει
είχαμε στερημένο
είχα στερηθεί
ήμουν στερημένος, -η
είχαμε στερηθεί
ήμαστε στερημένοι, -ες
είχες στερήσει
είχες στερημένο
είχατε στερήσει
είχατε στερημένο
είχες στερηθεί
ήσουν στερημένος, -η
είχατε στερηθεί
ήσαστε στερημένοι, -ες
είχε στερήσει
είχε στερημένο
είχαν στερήσει
είχαν στερημένο
είχε στερηθεί
ήταν στερημένος, -η, -ο
είχαν στερηθεί
ήταν στερημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στερώθα στερούμεθα στερούμαιθα στερούμαστε
θα στερείςθα στερείτεθα στερείσαιθα στερείστε
θα στερείθα στερούν(ε)θα στερείταιθα στερούνται
Fut
ur
θα στερήσωθα στερήσουμεθα στερηθώθα στερηθούμε
θα στερήσειςθα στερήσετεθα στερηθείςθα στερηθείτε
θα στερήσειθα στερήσουν(ε)θα στερηθείθα στερηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στερήσει
θα έχω στερημένο
θα έχουμε στερήσει
θα έχουμε στερημένο
θα έχω στερηθεί
θα είμαι στερημένος, -η
θα έχουμε στερηθεί
θα είμαστε στερημένοι, -ες
θα έχεις στερήσει
θα έχεις στερημένο
θα έχετε στερήσει
θα έχετε στερημένο
θα έχεις στερηθεί
θα είσαι στερημένος, -η
θα έχετε στερηθεί
θα είστε στερημένοι, -η
θα έχει στερήσει
θα έχει στερημένο
θα έχουν στερήσει
θα έχουν στερημένο
θα έχει στερηθεί
θα είναι στερημένος, -η, -ο
θα έχουν στερηθεί
θα είναι στερημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στερώνα στερούμενα στερούμαινα στερούμαστε
να στερείςνα στερείτενα στερείσαινα στερείστε
να στερείνα στερούν(ε)να στερείταινα στερούνται
Aoristνα στερήσωνα στερήσουμε, να στερήσομενα στερηθώνα στερηθούμε
να στερήσειςνα στερήσετενα στερηθείςνα στερηθείτε
να στερήσεινα στερήσουν(ε)να στερηθείνα στερηθούν(ε)
Perfνα έχω στερήσει
να έχω στερημένο
να έχουμε στερήσει
να έχουμε στερημένο
να έχω στερηθεί
να είμαι στερημένος, -η
να έχουμε στερηθεί
να είμαστε στερημένοι, -ες
να έχεις στερήσει
να έχεις στερημένο
να έχετε στερήσει
να έχετε στερημένο
να έχεις στερηθεί
να είσαι στερημένος, -η
να έχετε στερηθεί
να είστε στερημένοι, -ες
να έχει στερήσει
να έχει στερημένο
να έχουν στερήσει
να έχουν στερημένο
να έχει στερηθεί
να είναι στερημένος, -η, -ο
να έχουν στερηθεί
να είναι στερημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστερείτεστερείστε
Aoristστέρησεστερήστε, στερήσετεστερήσουστερηθείτε
Part
izip
Presστερώντας
Perfέχοντας στερήσει, έχοντας στερημένοστερημένος, -η, -οστερημένοι, -ες, -α
InfinAoristστερήσειστερηθεί









Person Wortform
Präsens ich raube
du raubst
er, sie, es raubt
Präteritum ich raubte
Konjunktiv II ich raubte
Imperativ Singular raube!
Plural raubt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geraubt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:rauben


Griechische Definition zu στερώ

στερώ [steró] -ούμαι μππ. στερημένος* : 1. (ιδ. για κτ. χρήσιμο ή απαραίτητο) α. ενεργώ, έτσι ώστε να μην μπορεί κάποιος να κατέχει κτ. που του ανήκει, που το έχει ανάγκη, που του είναι απαραίτητο: Οι δικτάτορες στερούν την ελευθερία από το λαό. Tου στέρησαν τα πολιτικά του δικαιώματα. στερώ κπ. από κτ.: Mη στερείτε τα άγρια ζώα από το φυσικό τους περιβάλλον. || Οικογένεια που στερείται ακόμα και το ψωμί. Στερήθηκε τον πατέρα σε μικρή ηλικία. || για συναίσθημα: Στερήθηκε την αγάπη της. || (λόγ., με γεν.): Στερούμαι χρημάτων. Aυτό που λες στερείται λογικής. Tα επιχειρήματά του στερούνται λογικής. β. δεν προσφέρω στον εαυτό μου ή και στους άλλους όσα θα εξασφάλιζαν επιθυμητές συνθήκες διαβίωσης: Δε θα στερηθώ εγώ τα βιβλία μου, γιατί εσύ θέλεις να ξοδεύεις τα χρήματα αλλού. Για να μην ξοδέψει χρήματα στερεί τον εαυτό του και την οικογένειά του ακόμα και από τα τελείως απαραίτητα. || (παθ.) δεν έχω κτ., για να το χρησιμοποιώ και ιδίως να το απολαμβάνω: Στερήθηκε τα πάντα για να μπορέσει να σπουδάσει. Στερήθηκα το διάβασμα, δε βρίσκω καιρό για να διαβάσω. || δε χρησιμοποιώ ή δεν απολαμβάνω κτ. που το έχω: Στερείται το γλυκό γιατί δε θέλει να παχύνει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στερώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15