ερμηνεύω  Verb  [erminevo, ermhneyw]

Ähnliche Bedeutung wie ερμηνεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ερμηνεύω

... Ο μουσικός είναι ενα άτομο το οποίο γράφει και ερμηνεύει μουσική. Οι μουσικοί μπορούν να ξεχωρίζουν ανάλογα με την ικανότητα τους να δημιουργήσουν ή να ...

... του Φραντς Λάχνερ από τον Κάρλο Τσανγκαρίνι. Αυτή την εκδοχή της Μήδειας ερμήνευε η Μαρία Κάλλας επί περίπου δέκα χρόνια, από το 1953 έως το 1962. Στις ...

... Διομήδης Τυδέως, Πρόμαχος Παρθενοπαίου, Σθένελος Καπανέως, Θέρσανδρος Πολυνείκους, Εὐρύαλος Μηκιστέως. τεράζω = ερμηνεύω σημεία, οιωνούς, προοιωνίζομαι. ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze auslegen

... Tom kennt nicht den Unterschied zwischen auslegen und verfälschen. ...

... Jede neue Steuer hat etwas erstaunlich Ungemütliches für denjenigen, der sie zahlen oder auch nur auslegen soll. ...

... Tom und Maria mussten alle Möbel beseiterücken, damit die Handwerker den neuen Bodenbelag auslegen konnten. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, raggione

Grammatik


ΕΡΜΗΝΕΥΩ
I interpret
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ερμηνεύωερμηνεύουμε, ερμηνεύομεερμηνεύομαιερμηνευόμαστε
ερμηνεύειςερμηνεύετεερμηνεύεσαιερμηνεύεστε, ερμηνευόσαστε
ερμηνεύειερμηνεύουν(ε)ερμηνεύεταιερμηνεύονται
Imper
fekt
ερμήνευαερμηνεύαμεερμηνευόμουν(α)ερμηνευόμαστε
ερμήνευεςερμηνεύατεερμηνευόσουν(α)ερμηνευόσαστε
ερμήνευεερμήνευαν, ερμηνεύαν(ε)ερμηνευόταν(ε)ερμηνεύονταν
Aoristερμήνευσαερμηνεύσαμεερμηνεύτηκα, ερμηνεύθηκαερμηνευτήκαμε, ερμηνευθήκαμε
ερμήνευσεςερμηνεύσατεερμηνεύτηκες, ερμηνεύθηκεςερμηνευτήκατε, ερμηνευθήκατε
ερμήνευσεερμήνευσαν, ερμηνεύσαν(ε)ερμηνεύτηκε, ερμηνεύθηκεερμηνεύτηκαν, ερμηνευθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ερμηνεύσει
έχω ερμηνευμένο
έχουμε ερμηνεύσει
έχουμε ερμηνευμένο
έχω ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
είμαι ερμηνευμένος, -η
έχουμε ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
είμαστε ερμηνευμένοι, -ες
έχεις ερμηνεύσει
έχεις ερμηνευμένο
έχετε ερμηνεύσει
έχετε ερμηνευμένο
έχεις ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
είσαι ερμηνευμένος, -η
έχετε ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
είστε ερμηνευμένοι, -ες
έχει ερμηνεύσει
έχει ερμηνευμένο
έχουν ερμηνεύσει
έχουν ερμηνευμένο
έχει ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
είναι ερμηνευμένος, -η, -ο
έχουν ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
είναι ερμηνευμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ερμηνεύσει
είχα ερμηνευμένο
είχαμε ερμηνεύσει
είχαμε ερμηνευμένο
είχα ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
ήμουν ερμηνευμένος, -η
είχαμε ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
ήμαστε ερμηνευμένοι, -ες
είχες ερμηνεύσει
είχες ερμηνευμένο
είχατε ερμηνεύσει
είχατε ερμηνευμένο
είχες ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
ήσουν ερμηνευμένος, -η
είχατε ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
ήσαστε ερμηνευμένοι, -ες
είχε ερμηνεύσει
είχε ερμηνευμένο
είχαν ερμηνεύσει
είχαν ερμηνευμένο
είχε ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
ήταν ερμηνευμένος, -η, -ο
είχαν ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
ήταν ερμηνευμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ερμηνεύωθα ερμηνεύουμε, θα ερμηνεύομεθα ερμηνεύομαιθα ερμηνευόμαστε
θα ερμηνεύειςθα ερμηνεύετεθα ερμηνεύεσαιθα ερμηνεύεστε, θα ερμηνευόσαστε
θα ερμηνεύειθα ερμηνεύουν(ε)θα ερμηνεύεταιθα ερμηνεύονται
Fut
ur
θα ερμηνεύσωθα ερμηνεύσουμε, θα ερμηνεύσομεθα ερμηνευτώ, θα ερμηνευθώθα ερμηνευτούμε, θα ερμηνευθούμε
θα ερμηνεύσειςθα ερμηνεύσετεθα ερμηνευτείς, θα ερμηνευθείςθα ερμηνευτείτε, θα ερμηνευθείτε
θα ερμηνεύσειθα ερμηνεύσουν(ε)θα ερμηνευτεί, θα ερμηνευθείθα ερμηνευτούν(ε), θα ερμηνευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ερμηνεύσει
θα έχω ερμηνευμένο
θα έχουμε ερμηνεύσει
θα έχουμε ερμηνευμένο
θα έχω ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
θα είμαι ερμηνευμένος, -η
θα έχουμε ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
θα είμαστε ερμηνευμένοι, -ες
θα έχεις ερμηνεύσει
θα έχεις ερμηνευμένο
θα έχετε ερμηνεύσει
θα έχετε ερμηνευμένο
θα έχεις ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
θα είσαι ερμηνευμένος, -η
θα έχετε ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
θα είστε ερμηνευμένοι, -ες
θα έχει ερμηνεύσει
θα έχει ερμηνευμένο
θα έχουν ερμηνεύσει
θα έχουν ερμηνευμένο
θα έχει ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
θα είναι ερμηνευμένος, -η, -ο
θα έχουν ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
θα είναι ερμηνευμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ερμηνεύωνα ερμηνεύουμε, να ερμηνεύομενα ερμηνεύομαινα ερμηνευόμαστε
να ερμηνεύειςνα ερμηνεύετενα ερμηνεύεσαινα ερμηνεύεστε, να ερμηνευόσαστε
να ερμηνεύεινα ερμηνεύουν(ε)να ερμηνεύεταινα ερμηνεύονται
Aoristνα ερμηνεύσωνα ερμηνεύσουμε, να ερμηνεύσομενα ερμηνευτώ, να ερμηνευθώνα ερμηνευτούμε, να ερμηνευθούμε
να ερμηνεύσειςνα ερμηνεύσετενα ερμηνευτείς, να ερμηνευθείςνα ερμηνευτείτε, να ερμηνευθείτε
να ερμηνεύσεινα ερμηνεύσουν(ε)να ερμηνευτεί, να ερμηνευθείνα ερμηνευτούν(ε), να ερμηνευθούν(ε)
Perfνα έχω ερμηνεύσει
να έχω ερμηνευμένο
να έχουμε ερμηνεύσει
να έχουμε ερμηνευμένο
να έχω ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
να είμαι ερμηνευμένος, -η
να έχουμε ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
να είμαστε ερμηνευμένοι, -ες
να έχεις ερμηνεύσει
να έχεις ερμηνευμένο
να έχετε ερμηνεύσει
να έχετε ερμηνευμένο
να έχεις ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
να είσαι ερμηνευμένος, -η
να έχετε ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
να είστε ερμηνευμένοι, -ες
να έχει ερμηνεύσει
να έχει ερμηνευμένο
να έχουν ερμηνεύσει
να έχουν ερμηνευμένο
να έχει ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
να είναι ερμηνευμένος, -η, -ο
να έχουν ερμηνευτεί/ερμηνευθεί
να είναι ερμηνευμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presερμήνευεερμηνεύετεερμηνεύεστε
Aoristερμήνευσεερμηνεύστε, ερμηνεύσετεερμηνεύσουερμηνευτείτε, ερμηνευθείτε
Part
izip
Presερμηνεύονταςερμηνευόμενος
Perfέχοντας ερμηνεύσει, έχοντας ερμηνευμένοερμηνευμένος, -η, -οερμηνευμένοι, -ες, -α
InfinAoristερμηνεύσειερμηνευτεί, ερμηνευθεί












Griechische Definition zu ερμηνεύω

ερμηνεύω [erminévo] -ομαι : 1.βρίσκω στοιχεία, κυρίως αίτια, που αφορούν κτ. άγνωστο ή δυσνόητο, έτσι ώστε αυτό να γίνει γνωστό ή κατανοητό· εξηγώ: ερμηνεύω σωστά / λανθασμένα κάτι. Όχι μόνο να ερμηνεύσουμε τη δομή της κοινωνίας αλλά και να την αλλάξουμε. ερμηνεύω ένα γεγονός / ένα φαινόμενο, για τα αίτια και την εξέλιξή του. ερμηνεύω τη συμπεριφορά / τις ενέργειες κάποιου, για τα κίνητρα, τους στόχους, τις προθέσεις του. Δεν μπορώ να ερμηνεύσω την άρνησή σου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ερμηνεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15