εκτιμώ  Verb  [ektimo, ektimw]

Ähnliche Bedeutung wie εκτιμώ


Beispielsätze εκτιμώ

... Το εκτιμώ αυτό. ...

Quelle: musiclover


Beispielsätze schätzen

... Die, die ihn kennen, schätzen ihn. ...

... Wie alt schätzen Sie mich? ...

... Wir schätzen es so ein, dass er eine bedeutende Rolle spielt. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, Ole

Grammatik


ΕΚΤΙΜΩ
I esteem
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εκτιμάω, εκτιμώεκτιμάμε, εκτιμούμεεκτιμώμαιεκτιμόμαστε, εκτιμώμεθα
εκτιμάςεκτιμάτεεκτιμάσαιεκτιμάστε, εκτιμάσθε
εκτιμάει, εκτιμάεκτιμάν(ε), εκτιμούν(ε)εκτιμάταιεκτιμώνται
Imper
fekt
εκτιμούσαεκτιμούσαμε
εκτιμούσεςεκτιμούσατε
εκτιμούσεεκτιμούσαν(ε)
Aoristεκτίμησαεκτιμήσαμεεκτιμήθηκαεκτιμηθήκαμε
εκτίμησεςεκτιμήσατεεκτιμήθηκεςεκτιμηθήκατε
εκτίμησεεκτίμησαν, εκτιμήσαν(ε)εκτιμήθηκεεκτιμήθηκαν, εκτιμηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω εκτιμήσει
έχω εκτιμημένο
έχουμε εκτιμήσει
έχουμε εκτιμημένο
έχω εκτιμηθείέχουμε εκτιμηθεί
έχεις εκτιμήσει
έχεις εκτιμημένο
έχετε εκτιμήσει
έχετε εκτιμημένο
έχεις εκτιμηθείέχετε εκτιμηθεί
έχει εκτιμήσει
έχει εκτιμημένο
έχουν εκτιμήσει
έχουν εκτιμημένο
έχει εκτιμηθείέχουν εκτιμηθεί
Plu
perf
ekt
είχα εκτιμήσει
είχα εκτιμημένο
είχαμε εκτιμήσει
είχαμε εκτιμημένο
είχα εκτιμηθείείχαμε εκτιμηθεί
είχες εκτιμήσει
είχες εκτιμημένο
είχατε εκτιμήσει
είχατε εκτιμημένο
είχες εκτιμηθείείχατε εκτιμηθεί
είχε εκτιμήσει
είχε εκτιμημένο
είχαν εκτιμήσει
είχαν εκτιμημένο
είχε εκτιμηθείείχαν εκτιμηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εκτιμάω, θα εκτιμώθα εκτιμάμε, θα εκτιμούμεθα εκτιμώμαιθα εκτιμόμαστε, θα εκτιμώμεθα
θα εκτιμάςθα εκτιμάτεθα εκτιμάσαιθα εκτιμάστε, θα εκτιμάσθε
θα εκτιμάει, θα εκτιμάθα εκτιμάν(ε), θα εκτιμούν(ε)θα εκτιμάταιθα εκτιμώνται
Fut
ur
θα εκτιμήσωθα εκτιμήσουμε, θα εκτιμήσομεθα εκτιμηθώθα εκτιμηθούμε
θα εκτιμήσειςθα εκτιμήσετεθα εκτιμηθείςθα εκτιμηθείτε
θα εκτιμήσειθα εκτιμήσουν(ε)θα εκτιμηθείθα εκτιμηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εκτιμήσει
θα έχω εκτιμημένο
θα έχουμε εκτιμήσει
θα έχουμε εκτιμημένο
θα έχω εκτιμηθείθα έχουμε εκτιμηθεί
θα έχεις εκτιμήσει
θα έχεις εκτιμημένο
θα έχετε εκτιμήσει
θα έχετε εκτιμημένο
θα έχεις εκτιμηθείθα έχετε εκτιμηθεί
θα έχει εκτιμήσει
θα έχει εκτιμημένο
θα έχουν εκτιμήσει
θα έχουν εκτιμημένο
θα έχει εκτιμηθείθα έχουν εκτιμηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εκτιμάω, να εκτιμώνα εκτιμάμε, να εκτιμούμενα εκτιμώμαινα εκτιμόμαστε, να εκτιμώμεθα
να εκτιμάςνα εκτιμάτενα εκτιμάσαινα εκτιμάστε, να εκτιμάσθε
να εκτιμάει, να εκτιμάνα εκτιμάν(ε), να εκτιμούν(ε)να εκτιμάταινα εκτιμώνται
Aoristνα εκτιμήσωνα εκτιμήσουμε, να εκτιμήσομενα εκτιμηθώνα εκτιμηθούμε
να εκτιμήσειςνα εκτιμήσετενα εκτιμηθείςνα εκτιμηθείτε
να εκτιμήσεινα εκτιμήσουν(ε)να εκτιμηθείνα εκτιμηθούν(ε)
Perfνα έχω εκτιμήσει
να έχω εκτιμημένο
να έχουμε εκτιμήσει
να έχουμε εκτιμημένο
να έχω εκτιμηθείνα έχουμε εκτιμηθεί
να έχεις εκτιμήσει
να έχεις εκτιμημένο
να έχετε εκτιμήσει
να έχετε εκτιμημένο
να έχεις εκτιμηθείνα έχετε εκτιμηθεί
να έχει εκτιμήσει
να έχει εκτιμημένο
να έχουν εκτιμήσει
να έχουν εκτιμημένο
να έχει εκτιμηθείνα έχουν εκτιμηθεί
Imper
ativ
Presεκτίμαεκτιμάτεεκτιμάστε, εκτιμάσθε
Aoristεκτίμησε, εκτίμαεκτιμήστεεκτιμήσουεκτιμηθείτε
Part
izip
Presεκτιμώντας
Perfέχοντας εκτιμήσειεκτιμημένος, -η, -οεκτιμημένοι, -ες, -α
InfinAoristεκτιμήσειεκτιμηθεί










Griechische Definition zu εκτιμώ

εκτιμώ [ektimó] & -άω : 1. υπολογίζω την αξία, την ποιότητα, το μέγεθος, τη σημασία κτλ. πραγμάτων, ενεργειών, καταστάσεων: Tου ζήτησαν να εκτιμήσει την αξία του. Πώς εκτιμάτε τις ενέργειές του; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εκτιμώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15