meinen
 Verb

νομίζω Verb
(306)
εννοώ Verb
(87)
DeutschGriechisch
"sondern ich bin gekommen, um Ideen auszutauschen, um Ihnen meinen Standpunkt in bezug auf die noch ungelösten Probleme sowie meine Lösungsvorschläge darzulegen und schließlich auch, um neue Möglichkeiten für eine fruchtbare Zusammenarbeit zu erkunden."Fischler, "αλλά ήλθα για να ανταλλάξω ιδέες, καθώς και για να σας γνωρίσω την άποψή μου σχετικά με τα προβλήματα που παραμένουν εκκρεμή και τον τρόπο με τον οποίο νομίζω ότι πρέπει να επιλυθούν, τέλος δε για να διερευνήσω νέες δυνατότητες καρποφόρου συνεργασίας".

Übersetzung bestätigt

Ohne diesen Willen werden wir niemals in der Lage sein, das Gleichgewicht, oder besser das wachsende Ungleichgewicht in der Welt oder auch die Wirtschaftsströme ich denke hier vor allem an Rohstoffe, aber auch an landwirtschaftliche Erzeugnisse beeinflussen zu können. Dies trifft gleichermaßen zu auf die demographischen Bewegungen, die, wie wir alle wissen, starken und für uns negativen Veränderungen unterworfen sind, sowie auf die kulturelle Ströme, da wir zweifellos keine besseren Verbündeten als unsere arabischen und afrikanischen Partner finden, um dem zu widerstehen, was vorschnell als Globalisierung bezeichnet wird, in meinen Augen jedoch ganz eindeutig die Amerikanisierung der Welt zu sein scheint.Δίχως αυτή τη βουλησιαρχία, δεν θα είχαμε καμία πιθανότητα να ελέγξουμε τις ισορροπίες, ή μάλλον τις αυξανόμενες ανισορροπίες του κόσμου, κανέναν έλεγχο των οικονομικών ροών αναφέρομαι ιδιαίτερα στις πρώτες ύλες, αλλά και στα γεωργικά προϊόντα κανέναν έλεγχο των δημογραφικών ροών, οι ισορροπίες των οποίων ανατρέπονται ταχύτητα και εις βάρος μας, όλοι το γνωρίζουμε, αλλά και κανένα έλεγχο των πολιτιστικών ροών, γιατί σίγουρα δεν έχουμε καλύτερους συμμάχους από τους άραβες και αφρικανούς εταίρους μας για να αντισταθούμε σε αυτό που αποκαλούμε βιαστικά παγκοσμιοποίηση και που νομίζω ότι είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό αμερικανοποίηση του κόσμου.

Übersetzung bestätigt

Frau Präsidentin, liest man auf Seite 6 nacheinander meinen Redebeitrag und den von Herrn Vander Taelen, entsteht, glaube ich, ein falscher Eindruck.Κυρία Πρόεδρε, στη σελίδα 6 των συνοπτικών πρακτικών νομίζω πως οι αναγνώστες μπορεί να σχηματίσουν εσφαλμένη εντύπωση από την παράθεση της παρέμβασής μου και της παρέμβασης του κ. Vander Taelen.

Übersetzung bestätigt

Herr Präsident! Wir wurden gestern durch eine Aktion unseres Kollegen von der GUE-Fraktion etwas überrascht, aber ich werde jetzt etwas ankündigen, das wohl für niemanden hier eine Überraschung bedeuten kann, da ich meinen Antrag bereits am Montag ausführlich begründet, Ihnen verschiedene E-Mails geschickt und ein Schreiben an die Konferenz der Präsidenten gerichtet habe.Κύριε Πρόεδρε, εχθές εκπλαγήκαμε όλοι κάπως από μία πράξη του συναδέλφου μας της Συνομοσπoνδιακής Ομάδας της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς, αλλά νομίζω ότι τώρα πρόκειται να ανακοινώσω κάτι, για το οποίο δεν πρόκειται να εκπλαγεί κανείς, δεδομένου ότι αιτιολόγησα εκτενώς από τη Δευτέρα αυτό που πρόκειται να ζητήσω και έχετε λάβει διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα, ενώ έγραψα και μία επιστολή προς τη Διάσκεψη των Προέδρων.

Übersetzung bestätigt

Es wäre in meinen Augen noch verfrüht, und ich denke, daß diese Frage Portugal nicht gleichgültig sein kann, die Zahl der Kommissare unter die Zahl der Mitgliedstaaten zu senken.Πιστεύω ότι θα ήταν πρόωρο, και νομίζω πως η Πορτογαλία δεν μπορεί να είναι αδιάφορη σχετικά με αυτό το θέμα, θα ήταν πρόωρο σήμερα, επαναλαμβάνω, να μειώσουμε τον αριθμό των Επιτρόπων σε σχέση με τον αριθμό των κρατών μελών.

Übersetzung bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
νομίζωνομίζουμε, νομίζομε
νομίζειςνομίζετε
νομίζεινομίζουν(ε)
Imper
fekt
νόμιζανομίζαμε
νόμιζεςνομίζατε
νόμιζενόμιζαν, νομίζαν(ε)
Aoristνόμισανομίσαμε
νόμισεςνομίσατε
νόμισενόμισαν, νομίσαν(ε)
Per
fekt
έχω νομίσειέχουμε νομίσει
έχεις νομίσειέχετε νομίσει
έχει νομίσειέχουν νομίσει
Plu
per
fekt
είχα νομίσειείχαμε νομίσει
είχες νομίσειείχατε νομίσει
είχε νομίσειείχαν νομίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα νομίζωθα νομίζουμε, θα νομίζομε
θα νομίζειςθα νομίζετε
θα νομίζειθα νομίζουν(ε)
Fut
ur
θα νομίσωθα νομίσουμε, θα νομίζομε
θα νομίσειςθα νομίσετε
θα νομίσειθα νομίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω νομίσειθα έχουμε νομίσει
θα έχεις νομίσειθα έχετε νομίσει
θα έχει νομίσειθα έχουν νομίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να νομίζωνα νομίζουμε, να νομίζομε
να νομίζειςνα νομίζετε
να νομίζεινα νομίζουν(ε)
Aoristνα νομίσωνα νομίσουμε, να νομίσομε
να νομίσειςνα νομίσετε
να νομίσεινα νομίσουν(ε)
Perfνα έχω νομίσεινα έχουμε νομίσει
να έχεις νομίσεινα έχετε νομίσει
να έχει νομίσεινα έχουν νομίσει
Imper
ativ
Presνόμιζενομίζετε
Aoristνόμισενομίσετε
Part
izip
Presνομίζοντας
Perfέχοντας νομίσει
InfinAoristνομίσει



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εννοώεννοούμεεννοούμαιεννοούμαστε
εννοείςεννοείτεεννοείσαιεννοείστε
εννοείεννοούν(ε)εννοείταιεννοούνται
Imper
fekt
εννοούσαεννοούσαμεεννοούμουνεννοούμαστε
εννοούσεςεννοούσατε
εννοούσεεννοούσαν(ε)εννοούνταν, εννοείτοεννοούνταν, εννοούντο
Aoristεννόησαεννοήσαμεεννοήθηκαεννοηθήκαμε
εννόησεςεννοήσατεεννοήθηκεςεννοηθήκατε
εννόησεεννόησαν, εννοήσαν(ε)εννοήθηκεεννοήθηκαν, εννοηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω εννοήσειέχουμε εννοήσειέχω εννοηθείέχουμε εννοηθεί
έχεις εννοήσειέχετε εννοήσειέχεις εννοηθείέχετε εννοηθεί
έχει εννοήσειέχουν εννοήσειέχει εννοηθείέχουν εννοηθεί
Plu
perf
ekt
είχα εννοήσειείχαμε εννοήσειείχα εννοηθείείχαμε εννοηθεί
είχες εννοήσειείχατε εννοήσειείχες εννοηθείείχατε εννοηθεί
είχε εννοήσειείχαν εννοήσειείχε εννοηθείείχαν εννοηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εννοώθα εννοούμεθα εννοούμαιθα εννοούμαστε
θα εννοείςθα εννοείτεθα εννοείσαιθα εννοείστε
θα εννοείθα εννοούν(ε)θα εννοείταιθα εννοούνται
Fut
ur
θα εννοήσωθα εννοήσουμεθα εννοηθώθα εννοηθούμε
θα εννοήσειςθα εννοήσετεθα εννοηθείςθα εννοηθείτε
θα εννοήσειθα εννοήσουν(ε)θα εννοηθείθα εννοηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εννοήσειθα έχουμε εννοήσει θα έχω εννοηθείθα έχουμε εννοηθεί
θα έχεις εννοήσειθα έχετε εννοήσειθα έχεις εννοηθείθα έχετε εννοηθεί
θα έχει εννοήσειθα έχουν εννοήσειθα έχει εννοηθείθα έχουν εννοηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εννοώνα εννοούμενα εννοούμαινα εννοούμαστε
να εννοείςνα εννοείτενα εννοείσαινα εννοείστε
να εννοείνα εννοούν(ε)να εννοείταινα εννοούνται
Aoristνα εννοήσωνα εννοήσουμε, να εννοήσομενα εννοηθώνα εννοηθούμε
να εννοήσειςνα εννοήσετενα εννοηθείςνα εννοηθείτε
να εννοήσεινα εννοήσουν(ε)να εννοηθείνα εννοηθούν(ε)
Perfνα έχω εννοήσεινα έχουμε εννοήσεινα έχω εννοηθείνα έχουμε εννοηθεί
να έχεις εννοήσεινα έχετε εννοήσεινα έχεις εννοηθείνα έχετε εννοηθεί
να έχει εννοήσεινα έχουν εννοήσεινα έχει εννοηθείνα έχουν εννοηθεί
Imper
ativ
Presεννοείτεεννοείστε
Aoristεννόησεεννοήστε, εννοήσετεεννοήσουεννοηθείτε
Part
izip
Presεννοώντας
Perfέχοντας εννοήσει
InfinAoristεννοήσειεννοηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback