εννοώ  Verb  [ennoo, ennow]

Ähnliche Bedeutung wie εννοώ


Beispielsätze εννοώ

... κατὰ σάρκα [...] ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν", έχουν προταθεί τα εξής: Είτε εννοεί "ἐγνώκαμεν" τον Ιησού με το παθητό/ανθρώπινο σώμα, το οποίο σώμα όμως άλλαξε ...

... Ως γεωγραφικά διαμερίσματα εννοούνται οι περιοχές εκείνες της Ελλάδας που παρουσιάζονται από κάποιους να εμφανίζουν κοινά γεωμορφολογικά και ιστορικά χαρακτηριστικά ...

... Σκώτους. Όταν ένας Ορκάδιος μιλά για τη "Σκωτία", δεν εννοεί τις Ορκάδες ως μέρος τους, αλλά εννοεί τη χώρα η οποία βρίσκεται αμέσως νότια από τη θαλάσσια ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verstehen

... Sie verstehen diesen Satz nicht, oder? ...

... Selbst Fachleute verstehen diesen unglaublichen Unfall nicht. ...

... Das Unverständlichste an unserem Universum ist, dass es sich verstehen lässt. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, jerom

Grammatik


ΕΝΝΟΩ
I mean
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εννοώεννοούμεεννοούμαιεννοούμαστε
εννοείςεννοείτεεννοείσαιεννοείστε
εννοείεννοούν(ε)εννοείταιεννοούνται
Imper
fekt
εννοούσαεννοούσαμεεννοούμουνεννοούμαστε
εννοούσεςεννοούσατε
εννοούσεεννοούσαν(ε)εννοούνταν, εννοείτοεννοούνταν, εννοούντο
Aoristεννόησαεννοήσαμεεννοήθηκαεννοηθήκαμε
εννόησεςεννοήσατεεννοήθηκεςεννοηθήκατε
εννόησεεννόησαν, εννοήσαν(ε)εννοήθηκεεννοήθηκαν, εννοηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω εννοήσειέχουμε εννοήσειέχω εννοηθείέχουμε εννοηθεί
έχεις εννοήσειέχετε εννοήσειέχεις εννοηθείέχετε εννοηθεί
έχει εννοήσειέχουν εννοήσειέχει εννοηθείέχουν εννοηθεί
Plu
perf
ekt
είχα εννοήσειείχαμε εννοήσειείχα εννοηθείείχαμε εννοηθεί
είχες εννοήσειείχατε εννοήσειείχες εννοηθείείχατε εννοηθεί
είχε εννοήσειείχαν εννοήσειείχε εννοηθείείχαν εννοηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εννοώθα εννοούμεθα εννοούμαιθα εννοούμαστε
θα εννοείςθα εννοείτεθα εννοείσαιθα εννοείστε
θα εννοείθα εννοούν(ε)θα εννοείταιθα εννοούνται
Fut
ur
θα εννοήσωθα εννοήσουμεθα εννοηθώθα εννοηθούμε
θα εννοήσειςθα εννοήσετεθα εννοηθείςθα εννοηθείτε
θα εννοήσειθα εννοήσουν(ε)θα εννοηθείθα εννοηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εννοήσειθα έχουμε εννοήσει θα έχω εννοηθείθα έχουμε εννοηθεί
θα έχεις εννοήσειθα έχετε εννοήσειθα έχεις εννοηθείθα έχετε εννοηθεί
θα έχει εννοήσειθα έχουν εννοήσειθα έχει εννοηθείθα έχουν εννοηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εννοώνα εννοούμενα εννοούμαινα εννοούμαστε
να εννοείςνα εννοείτενα εννοείσαινα εννοείστε
να εννοείνα εννοούν(ε)να εννοείταινα εννοούνται
Aoristνα εννοήσωνα εννοήσουμε, να εννοήσομενα εννοηθώνα εννοηθούμε
να εννοήσειςνα εννοήσετενα εννοηθείςνα εννοηθείτε
να εννοήσεινα εννοήσουν(ε)να εννοηθείνα εννοηθούν(ε)
Perfνα έχω εννοήσεινα έχουμε εννοήσεινα έχω εννοηθείνα έχουμε εννοηθεί
να έχεις εννοήσεινα έχετε εννοήσεινα έχεις εννοηθείνα έχετε εννοηθεί
να έχει εννοήσεινα έχουν εννοήσεινα έχει εννοηθείνα έχουν εννοηθεί
Imper
ativ
Presεννοείτεεννοείστε
Aoristεννόησεεννοήστε, εννοήσετεεννοήσουεννοηθείτε
Part
izip
Presεννοώντας
Perfέχοντας εννοήσει
InfinAoristεννοήσειεννοηθεί







Person Wortform
Präsens ich meine
du meinst
er, sie, es meint
Präteritum ich meinte
Konjunktiv II ich meinte
Imperativ Singular meine!
Plural meint!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gemeint haben
Alle weiteren Formen: Flexion:meinen


Griechische Definition zu εννοώ

εννοώ [enoó] -ούμαι : 1.έχω στο νου, στη σκέψη μου κτ.: Tι εννοείς όταν λες αυτά; Δεν ξέρω τι εννοούσες, αλλά εγώ αυτό κατάλαβα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εννοώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15