αντέχω  Verb  [antecho, antexw]


Beispielsätze αντέχω

... Δεν αντέχω άλλο! ...

... Δεν αντέχω την ζέστη. ...

... feat Πάνος Πιλάτος&Try-Lee Πες μου feat Bo Όλοι κάτι ζητάνε Skit Βγάλε το σκασμό feat Άσαρκος - Mc Yinka - Λεκτικός Επεξεργαστής Δεν αντέχω feat Try-Lee ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ertragen

... Einige Männer ertragen es nicht, wenn ihre Frauen mehr verdienen. ...

... Didi, der nur für den Stoner Rock lebt, hat heute die Band verlassen, deren kürzliche Hinwendung zum Psychedelic Rock er nicht mehr ertragen kann. ...

... Als er es nicht mehr ertragen konnte, ergriff er die Flucht. ...

Quelle: cost, xeklat, SeeVogel

Grammatik


ΑΝΤΕΧΩ
I endure
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αντέχωαντέχουμε, αντέχομε
αντέχειςαντέχετε
αντέχειαντέχουν(ε)
Imper
fekt
άντεχααντέχαμε
άντεχεςαντέχατε
άντεχεάντεχαν, αντέχαν(ε)
Aoristάντεξααντέξαμε
άντεξεςαντέξατε
άντεξεάντεξαν, αντέξαν(ε)
Per
fect
έχω αντέξειέχουμε αντέξει
έχεις αντέξειέχετε αντέξει
έχει αντέξειέχουν αντέξει
Plu
per
fect
είχα αντέξειείχαμε αντέξει
είχες αντέξειείχατε αντέξει
είχε αντέξειείχαν αντέξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αντέχωθα αντέχουμε, θα αντέχομε
θα αντέχειςθα αντέχετε
θα αντέχειθα αντέχουν(ε)
Fut
ur
θα αντέξωθα αντέξουμε, θα αντέξομε
θα αντέξειςθα αντέξετε
θα αντέξειθα αντέξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αντέξειθα έχουμε αντέξει
θα έχεις αντέξειθα έχετε αντέξει
θα έχει αντέξειθα έχουν αντέξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αντέχωνα αντέχουμε, να αντέχομε
να αντέχειςνα αντέχετε
να αντέχεινα αντέχουν(ε)
Aoristνα αντέξωνα αντέξουμε, να αντέξομε
να αντέξειςνα αντέξετε
να αντέξεινα αντέξουν(ε)
Perfνα έχω αντέξεινα έχουμε αντέξει
να έχεις αντέξεινα έχετε αντέξει
να έχει αντέξεινα έχουν αντέξει
Imper
ativ
Presάντεχεαντέχετε
Aoristάντεξεαντέξτε, αντέξετε
Part
izip
Presαντέχοντας
Perfέχοντας αντέξει
InfinAoristαντέξει



Person Wortform
Präsens ich ertrage
du erträgst
er, sie, es erträgt
Präteritum ich ertrug
Konjunktiv II ich ertrüge
Imperativ Singular ertrag!
ertrage!
Plural ertragt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
ertragen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:ertragen












Griechische Definition zu αντέχω

αντέχω [andéxo] -ομαι στη σημ. 2α (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) : 1.διατηρώ τις βασικές μου ιδιότητες ή δυνατότητες: Tο ατσάλι αντέχει σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Δεν αντέχουν τα τρόφιμα έξω από την κατάψυξη. α. είμαι κατάλληλος ή ικανός για κτ.: Aντέχει το πλοίο στη φουρτούνα / το αυτοκίνητο στον καρόδρομο. H γέφυρα δεν άντεξε σε τόσο βάρος και γκρεμίστηκε. Tο αυτοκίνητο αντέχει ακόμα, είναι κατάλληλο για χρήση. Aντέχει το πάτωμα / το σύρμα, δε σπάει. Aντέχει το ύφασμα, δε φθείρεται. ΦΡ (δεν) το αντέχει η τσέπη* μου. β. (ιδ. για πρόσ.) διατηρώ τις δυνάμεις μου, ιδίως τις σωματικές· βαστιέμαι, κρατιέμαι: Είναι ογδόντα χρονών, αντέχει όμως ακόμα. γ. διατηρώ την αξία μου: Επιχειρήματα που αντέχουν και στην πιο αυστηρή κριτική. Έργο τέχνης / μυθιστόρημα που δεν αντέχει στο χρόνο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αντέχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15