Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



ποιητικότητα

ποιητικότητα, λόγια λέξη Katharevousa ποιητικότης ποιητικός + -ότης


ποιητικός

ποιητικός altgriechisch ποιητικός ποιητής


ποιητής

ποιητής altgriechisch ποιητής


ποιητάρης

ποιητάρης Etymologie fehlt


ποίηση

ποίηση altgriechisch ποίησις


ποίημα

ποίημα altgriechisch ποίημα


ποθώ

ποθώ altgriechisch ποθῶ


πόθος

πόθος altgriechisch πόθος


πόθεν

πόθεν altgriechisch πόθεν


ποζιτρόνιο

ποζιτρόνιο englisch positro positive + electron, θετικός + ηλεκτρόνιο


ποζιτιβισμός

ποζιτιβισμός französisch positivisme / englisch positivism / deutsch Positivismus


ποζάρω

ποζάρω italienisch posare


ποδόφρενο

ποδόφρενο Etymologie fehlt


ποδόσφαιρο

ποδόσφαιρο ποδο- ( πόδι) + -σφαιρο ( σφαίρα) ((Lehnübersetzung) englisch football)


ποδοσφαιριστής

ποδοσφαιριστής ποδόσφαιρο


ποδοπατώ

ποδοπατώ πόδι και πατώ


ποδόλουτρο

ποδόλουτρο πόδι + λουτρό


ποδόγυρος

ποδόγυρος πόδι + -ο- + γύρος


ποδοβολητό

ποδοβολητό ποδοβολώ ή ίσως αντιστρόφως


ποδίσκος

ποδίσκος Koine-Griechisch ποδίσκος altgriechisch πούς ((Lehnübersetzung) französisch pédoncule)


ποδίζω

ποδίζω κατά πάσα πιθανότητα von altgriechisch ποδίζω ή vonυς πόδες στα πλοία


ποδιά

ποδιά mittelgriechisch ποδιά πόδι


πόδι

Είναι με το ένα πόδι στον τάφο, κι όμως δεν σταματάει να δουλεύει!


πόδημα

πόδημα Etymologie fehlt


ποδηλατώ

ποδηλατώ ποδήλατο


ποδηλατοδρόμος

ποδηλατοδρόμος Etymologie fehlt


ποδηλατοδρόμιο

ποδηλατοδρόμιο Etymologie fehlt


ποδηλατοδρομία

ποδηλατοδρομία ποδήλατ(ο) + -ο- + -δρομία


ποδήλατο

ποδήλατο substantiviertes Neutrum des Adjektivs ποδήλατος (ποδήλατο όχημα) altgriechisch ποδ- ( πούς) + -ήλατο ( ελαύνω: προχωρώ)


ποδηλατιστής

ποδηλατιστής Etymologie fehlt


ποδηλάτης

ποδηλάτης ποδήλατο • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


ποδηλατάς

ποδηλατάς Etymologie fehlt


ποδηλατάδικο

ποδηλατάδικο ποδήλατο + -άδικο


ποδηλασία

ποδηλασία ποδήλατο + -σία


ποδηγετώ

ποδηγετώ altgriechisch ποδηγετῶ


πόδας

πόδας Etymologie fehlt


ποδαρόδρομος

ποδαρόδρομος ποδάρι ( πόδι) + δρόμος


ποδαρίλα

ποδαρίλα ποδάρ(ι) + -ίλα


ποδαρικό

ποδαρικό ποδάρι + -ικό


ποδάρι

ποδάρι mittelgriechisch ποδάρι altgriechisch ποδάριον, υποκοριστικό του altgriechisch πούς


ποδάγρα

ποδάγρα Koine-Griechisch ποδάγρα με τη σημερινή έννοια altgriechisch ποδάγρα (που σήμαινε όμως παγίδα για τα πόδια) πούς + ἄγρα


πογκρόμ

πογκρόμ französisch pogrom ρωσική погром (=καταστροφή, ερήμωση) погромить по- (=ολοκληρωτικά) + громить (=καταστρέφω) гром (=κεραυνός) πρωτοσλαβικό *gromъ


ποάνθρακας


πόα

πόα altgriechisch πόα


πνοή

πνοή altgriechisch πνοή


πνίξιμο

πνίξιμο Etymologie fehlt


πνίγω

πνίγω altgriechisch πνίγω indoeuropäisch (Wurzel) *pnew- (αναπνέω)


πνιγμός

πνιγμός Etymologie fehlt


πνιγμονή

πνιγμονή πνιγ- (του πνίγω) + -μονή


πνιγηρότητα

πνιγηρότητα Etymologie fehlt


πνέω

πνέω altgriechisch πνέω indoeuropäisch (Wurzel) *pnew- (αναπνέω, ασθμαίνω)


πνευμονορραγία

πνευμονορραγία πνεύμον(ας) + -ο- + -ρραγία


πνευμονοπάθεια

πνευμονοπάθεια πνεύμον(ας) + -ο- + -πάθεια


πνευμονολόγος

πνευμονολόγος Etymologie fehlt


πνευμονολογικός

πνευμονολογικός Etymologie fehlt


πνευμονολογία

πνευμονολογία πνεύμονας + -λογία


πνευμονοκονίαση

πνευμονοκονίαση


πνευμονόκοκκος

πνευμονόκοκκος (entlehnt aus) (λόγιο δάνειο) französisch pneumocoque pneumo- (πνευμονό-) + altgriechisch κόκκος[1]


πνευμονογράφος

πνευμονογράφος Etymologie fehlt


πνευμονογράφηση

πνευμονογράφηση Etymologie fehlt


πνευμονογράφημα

πνευμονογράφημα Etymologie fehlt


πνευμονία

πνευμονία Koine-Griechisch πνευμονία / πλευμονία


πνευμόνι

πνευμόνι mittelgriechisch φλεμμόνινπλεμόνιν spätgriechisch πνευμόνιο υποκ. altgriechisch πλεύμων[1] πνεύμων.


πνεύμονας

πνεύμονας altgriechisch πνεύμων


πνευμοθώρακας

πνευμοθώρακας πνεύμα (αέρας) + θώραξ


πνευμάτωση

πνευμάτωση Etymologie fehlt


πνευματοκρατία

πνευματοκρατία σύνθεση των λέξεων πνεύμα + κράτος


πνευματιστής

πνευματιστής Etymologie fehlt


πνευματικότητα

πνευματικότητα Etymologie fehlt


πνευματικός

πνευματικός Koine-Griechisch πνευματικός, αρχική σημασία: "αυτός που αναφέρεται στον αέρα, στην αναπνοή"


πνεύμα

πνεύμα altgriechisch πνεῦμα


πλωτήρας

πλωτήρας Etymologie fehlt


πλωτάρχης

πλωτάρχης πλωτών + -άρχης


πλώρη

πλώρη mittelgriechisch πλώρα altgriechisch πρῷρα


πλύστρα

πλύστρα πλύση + κατάληξη θηλυκού -τρα altgriechisch πλύσις πλύνω


πλυσταριό

πλυσταριό πλύστρ(α) + -αριό με ανομοιωτική αποβολή του [r] von πλυστρ-[1] πλύση πλύνω (πλένω)


πλύσιμο

πλύσιμο Etymologie fehlt


πλύση

πλύση altgriechisch πλύσις


πλύντης

πλύντης Koine-Griechisch πλύντης altgriechisch πλύνω


πλυντήριο

πλυντήριο altgriechisch πλυντήριον Maskulinum von επιθέτου πλυντήριος ως ουσ. πλύνω ((Lehnübersetzung) englisch washing machine)


πλύμα

πλύμα altgriechisch πλύμα altgriechisch πλύνω


πλουτωνισμός

πλουτωνισμός Etymologie fehlt


πλουτώνιο

πλουτώνιο (entlehnt aus) neulateinisch plutonium lateinisch Pluto altgriechisch Πλούτων


πλουτώ

πλουτώ Etymologie fehlt


πλουτοκρατία

πλουτοκρατία (λόγιο) altgriechisch πλουτοκρατία[1] Συγχρονικά αναλύεται σε πλούτ(ος) + -ο- + -κρατία


πλουτοκράτης

πλουτοκράτης Etymologie fehlt


πλουτισμός

πλουτισμός Etymologie fehlt


πλούτισμα

πλούτισμα Etymologie fehlt


πλουτίζω

πλουτίζω altgriechisch πλουτίζω


πλουταίνω

πλουταίνω Etymologie fehlt


πλουσιόσπιτο

πλουσιόσπιτο πλούσιος + -ο- + σπίτι + -ο


πλουσιόπαιδο

πλουσιόπαιδο πλούσιο + παιδ(-ί) + -ο


πλους

πλους altgriechisch πλοῦς, αττικός συνηρημένος τύπος του πλόος


πλουραλισμός

πλουραλισμός französisch pluralisme lateinisch pluralis (: πληθυντικός) plures plus Παλαιά Λατινική *plous proto-indogermanisch *pleh₁- / *pelh₁u- (πολύς)


πλουμί

πλουμί πλουμίον Koine-Griechisch πλοῦμον lateinisch pluma


πλότερ

πλότερ Etymologie fehlt


πλονζόν

πλονζόν französisch plongeon


πλοκή

πλοκή altgriechisch πλέκω


πλόκαμος

πλόκαμος altgriechisch πλόκαμος


πλοκάμι

πλοκάμι Ετυμολογία



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback