Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



πολυπλοκότητα

πολυπλοκότητα πολύπλοκ(ος) + (-ότης) -ότητα


πολυουρεθάνη

πολυουρεθάνη Etymologie fehlt


πολυνομία

πολυνομία πολυ- + -νομία


πολυμορφισμός

πολυμορφισμός πολύ +θέμ- μορφή και κατάληξη -ισμός


πολυμορφία

πολυμορφία Etymologie fehlt


πολυμιλώ

πολυμιλώ Etymologie fehlt


πολυμέσα


πολυμερισμός

πολυμερισμός Etymologie fehlt


πολυλογώ

πολυλογώ Etymologie fehlt


πολυλογία

πολυλογία altgriechisch πολυλογία


πολυλογάς

πολυλογάς πολυ- + λόγ(ος) + -άς


πολυκλινική

πολυκλινική englisch polyclinic


πολυκατοικία

πολυκατοικία πολυ- + κατοικία (νεολογισμός που εισήχθη στην ελληνική γλώσσα στις αρχές του 20ού αι.)


πολυκατάστημα

πολυκατάστημα Etymologie fehlt


πολυκάντηλο

πολυκάντηλο Etymologie fehlt


πολυκαιρίζω

πολυκαιρίζω Etymologie fehlt


πολυκαιρία

πολυκαιρία Etymologie fehlt


πολυθρόνα

πολυθρόνα italienisch poltrona, Femininum von poltrone poltro das Wort συνδέθηκε παρετυμολογικά με τις λέξεις πολύς και θρόνος, κάτι που ερμηνεύει την καθιερωμένη γραφή της


πολυθεϊστής

πολυθεϊστής Etymologie fehlt


πολύζυγο

πολύζυγο πολυ- + ζυγός + -ο


πολυεστέρας

πολυεστέρας Etymologie fehlt


πολυέλαιος

πολυέλαιος πολύς + ἔλαιον


πολυεκατομμυριούχος

πολυεκατομμυριούχος πολυ- + εκατομμυριούχος


πολυεδρικός

πολυεδρικός Etymologie fehlt


πολυδακτυλία

πολυδακτυλία (entlehnt aus) französisch polydactylie


πολύγωνο

πολύγωνο Maskulinum von επίθ. πολύγωνος ως ουσ.


πολύγραφος

πολύγραφος (entlehnt aus) (λόγιο δάνειο) deutsch Polygraph. Αναλύεται σε πολυ- + -γράφος


πολυγράφηση

πολυγράφηση πολυγραφώ


πολυγλωσσία

πολυγλωσσία πολύς + -γλωσσία


πολυγαμία

πολυγαμία πολύς + γάμος


πολυβολώ

πολυβολώ Etymologie fehlt


πολυβόλο

πολυβόλο Koine-Griechisch, substantiviertes Neutrum des Adjektivs: πολυβόλος


πολυβολισμός

πολυβολισμός Etymologie fehlt


πολυβολητής

πολυβολητής Etymologie fehlt


πολυβολαρχία

πολυβολαρχία Etymologie fehlt


πολυβιταμίνες


πολυαρθρίτιδα

πολυαρθρίτιδα πολυ- + αρθρίτιδα (ἄρθρον + -ίτις / -ίτιδα στη δημοτική)


πολυανθρωπία

πολυανθρωπία Etymologie fehlt


πολυανδρία

πολυανδρία Koine-Griechisch πολυανδρία πολύς + άνδρας


πολυαμίδιο

πολυαμίδιο Etymologie fehlt


πολυαιθυλένιο

πολυαιθυλένιο Etymologie fehlt


πολυαγαπώ

πολυαγαπώ πολύ + αγαπώ


πολύ

πολύ επίθετο πολύς


πολτός

πολτός altgriechisch πολτός


πολτοποιώ

πολτοποιώ Etymologie fehlt


πόλος

πόλος altgriechisch πόλος πέλω indoeuropäisch (Wurzel) *kʷel- (κινώ, γυρίζω)


πόλο

πόλο englisch polo


πολλαπλότητα

πολλαπλότητα πολλαπλούς


πολλαπλασιαστής

πολλαπλασιαστής (Lehnübersetzung) französisch multiplicateur ρήμα multiplier πολλαπλασιάζω


πολλαπλασιασμός

πολλαπλασιασμός spätgriechisch πολλαπλασιασμός πολλαπλασιάζω


πολλαπλασιάζω

πολλαπλασιάζω altgriechisch πολλαπλασιάζω πολλαπλάσιος


πολλά

πολλά Etymologie fehlt


πόλκα

πόλκα Etymologie fehlt


πολίχνη

πολίχνη altgriechisch πολίχνη


πολιτοφυλακή

πολιτοφυλακή πολίτης + -ο- + φυλακή ((Lehnübersetzung) italienisch guardia civica[1] [2]


πολιτοφύλακας

πολιτοφύλακας πολιτοφυλακή + φύλακας


πολιτογράφηση

πολιτογράφηση πολιτογραφώ


πολιτισμός

πολιτισμός Koine-Griechisch πολιτισμός altgriechisch πολίτης + -ισμός ((Lehnbedeutung) französisch civilisation)


πολιτικός

πολιτικός altgriechisch πολιτικός πόλις


πολιτικοποίηση

πολιτικοποίηση πολιτικοποι(ώ) + -ση. Ή[1] πολιτικ(ή) + -ο- + -ποίηση


πολιτική


πολιτεύομαι

πολιτεύομαι Etymologie fehlt


πολίτευμα

πολίτευμα αρχ. πολίτευμα πολιτεύω


πολιτειολόγος

πολιτειολόγος Etymologie fehlt


πολιούχος

πολιούχος altgriechisch πολιοῦχος πόλις + ἔχω


πολιορκία

πολιορκία altgriechisch πολιορκία


πολιομυελίτιδα

πολιομυελίτιδα (entlehnt aus) französisch poliomyelite altgriechisch πολιός + μυελός


πολικότητα

πολικότητα Etymologie fehlt


πολεοδομία

πολεοδομία Etymologie fehlt


πολεμώ

πολεμώ altgriechisch πολεμέω


πολεμοφόδια

πολεμοφόδια πόλεμος + εφόδια


πόλεμος

πόλεμος altgriechisch πόλεμος και πτόλεμος ιαπετ. ρίζα πελ- και πολ- συγγενές με το παλέω και πάλλω


πολεμίστρα

πολεμίστρα mittelgriechisch πολεμίστρα πολεμώ + -τρα


πολεμιστής

πολεμιστής Etymologie fehlt


πολέμαρχος

πολέμαρχος altgriechisch πολέμαρχος


πόκερ

πόκερ englisch poker


ποκάρι

ποκάρι Koine-Griechisch ποκάριον altgriechisch πόκος


πόκα

πόκα Etymologie fehlt


ποιώ

ποιώ (λόγιο) altgriechisch ποιῶ, συνηρημένος τύπος του ποιέω


ποιότητα

ΔΦΑ : /pi.'ɔ.ti.ta/


ποιόν

ποιόν λόγια χρήση αρχ.ποιόν


πόιντερ

πόιντερ Etymologie fehlt


ποινολόγιο

ποινολόγιο ποιν(ή) + -ο- + -λόγιο


ποινικοποιώ

ποινικοποιώ Etymologie fehlt


ποινικοποίηση

ποινικοποίηση ποινικοποιώ + -ση


ποινικολογία

ποινικολογία Etymologie fehlt


ποινή

ποινή altgriechisch ποινή


ποιμνιοστάσιο

ποιμνιοστάσιο Etymologie fehlt


ποίμνιο

ποίμνιο Etymologie fehlt


ποίμνη

ποίμνη Etymologie fehlt


ποιμένας

ποιμένας altgriechisch ποιμήν (αιτιατική: ποιμένα) proto-indogermanisch *poh₂imn̥ / *poh₂imen *peh₂- (προστατεύω) + *-men


ποιμεναρχώ

ποιμεναρχώ Etymologie fehlt


ποιμεναρχία

ποιμεναρχία Etymologie fehlt


ποιμενάρχης

ποιμενάρχης mittelgriechisch ποιμενάρχης ποιμήν + -άρχης ἄρχω


ποιμαντορία

ποιμαντορία mittelgriechisch ποιμάντωρ + -ία altgriechisch ποιμαίνω ποιμήν proto-indogermanisch *poh₂imn̥ / *poh₂imen *peh₂- (προστατεύω) + *-men


ποιμαίνω

ποιμαίνω Etymologie fehlt


ποικιλομορφία

ποικιλομορφία Etymologie fehlt


ποίκιλμα

ποίκιλμα altgriechisch ποίκιλμα ποικίλλω


ποικίλλω

ποικίλλω altgriechisch ποικίλλω


ποικιλία

ποικιλία altgriechisch ποικιλία



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback