Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



νέον

νέον englisch neon altgriechisch νέον (νέος, στην Akkusativ von ενικού)


νεομυκίνη

νεομυκίνη Etymologie fehlt


νεομάρτυρας

νεομάρτυρας νεο- + μάρτυρας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


νεολογισμός

νεολογισμός (entlehnt aus) französisch néologisme altgriechisch νέος + λόγος + -ισμός


νεολαίος

νεολαίος νεολαία


νεολαία

νεολαία νέος + -λαία λαός


νεοκλασικισμός

νεοκλασικισμός δάνειο από τη γαλ. γλώσσα néoclassicisme (fr)


νεοελληνιστής

νεοελληνιστής Νεοέλλην(ας) + -ιστής κατά το ελληνιστής.[1] Αναλύεται σε νεο- + ελληνιστής


νεοδίδακτος

νεοδίδακτος Etymologie fehlt


νεογνολόγος

νεογνολόγος νεογνολογία


νεογνολογία

νεογνολογία νεογνό + λέγω (-λογία)


νεογνό

νεογνό altgriechisch νεογιλός (νέος + γίγνομαι)


νεογέννητος

νεογέννητος mittelgriechisch νεογέννητος νεο- + γεννώ


νεογενής

νεογενής Etymologie fehlt


νεοαποικιοκρατία

νεοαποικιοκρατία νέα + αποικιοκρατία


νένα

νένα, λέξη για τα μωρά


νέμω

νέμω (λόγιο) altgriechisch νέμω


νέμομαι

νέμομαι Passiv von νέμω


νέμεση

νέμεση (λόγιο) altgriechisch νέμε(σις) (η απόδοση αυτού που οφείλεται) + -ση νέμω


νεκταρίνι

νεκταρίνι französisch nectarine lateinisch nectareum altgriechisch νέκταρ


νέκταρ

νέκταρ altgriechisch νέκταρ


νεκρώσιμος

νεκρώσιμος Etymologie fehlt


νέκρωση

νέκρωση Etymologie fehlt


νεκρώνω

νεκρώνω altgriechisch νεκρόω


νεκροψία

νεκροψία (entlehnt aus) französisch nécropsie νεκρός + ὄψις


νεκροφόρα

νεκροφόρα νεκρός + φέρω


νεκρόφιλος

νεκρόφιλος (entlehnt aus) französisch nécrophile νεκρός + φίλος


νεκροφιλία

νεκροφιλία νεκρόφιλος


νεκροφάνεια

νεκροφάνεια νεκρός + φαίνομαι


νεκροτομή

νεκροτομή (entlehnt aus) französisch nécrotomie νεκρός + τομή


νεκροτομείο

νεκροτομείο Etymologie fehlt


νεκροταφείο

νεκροταφείο νεκρός + τάφος + -είο


νεκρός

νεκρός altgriechisch νεκρός


νεκροπομπός

νεκροπομπός Etymologie fehlt


νεκρόπολη

νεκρόπολη νεκρό- + πόλη


νεκρομαντεία

νεκρομαντεία (λόγιο) Koine-Griechisch νεκρομαντεία.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε νεκρο- (νεκρ(ός) + -ο-) + -μαντεία


νεκρολούλουδο

νεκρολούλουδο Etymologie fehlt


νεκρολογία

νεκρολογία νεκρός + λόγος


νεκροκρέβατο

νεκροκρέβατο νεκρός + κρεβάτι


νεκροκεφαλή

νεκροκεφαλή πρόθημα νεκρο- + ουσιαστικό κεφαλή


νεκροθάφτης

νεκροθάφτης Koine-Griechisch νεκροθάπτης νεκρός + θάπτω


νεκρόδειπνο

νεκρόδειπνο νεκρο- + δείπνο


νεκρικά


νεκρανασταίνω

νεκρανασταίνω Etymologie fehlt


νέκρα

νέκρα νεκρός


νέθω

νέθω Etymologie fehlt


νέγρος

νέγρος spanisch ή proto-französisch negro lateinisch niger


νεγκλιζέ

νεγκλιζέ französisch négligé


νεάργυρος

νεάργυρος (νέος) νε- + άργυρος, (Lehnübersetzung) deutsch Neusilber


νεανίσκος

νεανίσκος altgriechisch


νεάνις

νεάνις Etymologie fehlt


νεανικότητα

νεανικότητα Etymologie fehlt


νεανικός

νεανικός altgriechisch νεανικός


νεανίζω

νεανίζω Etymologie fehlt


νεανίας

νεανίας altgriechisch νεανίας νέος


νεάζω

νεάζω altgriechisch νεάζω νέος


νέα

νέα proto-indogermanisch *neivo-, συγγενές με το (σανσκριτικά) ni- και το (λατινικά) nidus (=φωλιά).


ναφθαλίνη

ναφθαλίνη französisch naphtaline naphte + -l- + -ine (-ίνη) Koine-Griechisch νάφθα


νάφθα

νάφθα Etymologie fehlt


ναυτώνας

ναυτώνας Etymologie fehlt


ναυτοφυλακή

ναυτοφυλακή Etymologie fehlt


ναυτοσύνη

ναυτοσύνη Etymologie fehlt


ναυτόπουλο

ναυτόπουλο Etymologie fehlt


ναυτολογώ

ναυτολογώ Koine-Griechisch ναυτολογέω / ναυτολογῶ ναυτολόγος altgriechisch ναύτης ( ναῦς) + λέγω


ναυτολόγιο

ναυτολόγιο ναυτ(ης) + -ο- + -λόγιο


ναυτοδίκης

ναυτοδίκης ναυτ- + δίκη


ναυτοδικείο

ναυτοδικείο ναυτικό + -δικείο


ναυτοδάνειο

ναυτοδάνειο ναύτης + -ο- + δάνειο


ναυτίλος

ναυτίλος Etymologie fehlt


ναυτιλία

ναυτιλία altgriechisch | ναυτίλος


ναυτικός

ναυτικός ναύτης + -ικός


ναυτία

ναυτία altgriechisch ναυτία


ναύτης

ναύτης altgriechisch ναύτης


ναυτεργάτης

ναυτεργάτης ναύτης + εργάτης


ναυτασφάλεια

ναυτασφάλεια ναυτο- + ασφάλεια


ναυταθλητισμός

ναυταθλητισμός ναυτ{ικός) + αθλητισμός


ναύσταθμος

ναύσταθμος ναυς + σταθμός> • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


ναυσιπλοΐα

ναυσιπλοΐα ναυσίπλοος


ναυς

ναυς altgriechisch ναῦς νάω (πλέω)


ναυπηγώ

ναυπηγώ altgriechisch ναυπηγῶ ναυπηγός


ναυπηγός

ναυπηγός από τις λέξεις ναυς, πλοίο, και πήγνυμι, στερεώνω.


ναυπήγηση

ναυπήγηση Etymologie fehlt


ναυπήγημα

ναυπήγημα Etymologie fehlt


ναυπηγείο

ναυπηγείο Koine-Griechisch ναυπηγεῖον ναυπηγῶ


ναυμαχώ

ναυμαχώ Etymologie fehlt


ναυμάχος

ναυμάχος Etymologie fehlt


ναυμαχία

ναυμαχία altgriechisch ναυμαχία


ναυλωτής

ναυλωτής ναυλώνω


ναυλωτήριο

ναυλωτήριο ναυλωτής + -τήριο


ναύλωση

ναύλωση Koine-Griechisch ναύλωσις ναυλόω / ναυλῶ


ναυλώνω

ναυλώνω Koine-Griechisch ναυλόω / ναυλῶ


ναύλωμα

ναύλωμα ναυλώνω + -μα


ναυλοσύμφωνο

ναυλοσύμφωνο ναύλος + σύμφωνο


ναύλος

ναύλος altgriechisch ναῦλος


ναυλομεσίτης

ναυλομεσίτης ναύλος + μεσίτης


ναυλολόγιο

ναυλολόγιο ναύλο(ς) + -λόγιο


ναυλαγορά

ναυλαγορά ναύλος + αγορά


ναύλα

ναύλα, δεύτερος Mehrzahl von αρσενικού ο ναύλος Koine-Griechisch ναῦλα, Mehrzahl von ναῦλον


ναύκληρος

ναύκληρος altgriechisch ναύκληρος


ναύαρχος

ναύαρχος altgriechisch ναύαρχος ναῦς + ἄρχω



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback