Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



παραγκωνίζω

παραγκωνίζω (λόγιο) Koine-Griechisch παραγκωνίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε παρ- (παρα-) + αγκών(ας) + -ίζω


παραγκούπολη

παραγκούπολη παράγκα + -ούπολη


παράγκα

παράγκα mittelgriechisch μπαράκα italienisch baracca spanisch barraca


παραγιός


παραγγέλνω

παραγγέλνω mittelgriechisch altgriechisch παραγγέλλω


παράγγελμα

παράγγελμα altgriechisch παράγγελμα παραγγέλλω παρά + ἀγγέλλω


παραγγέλλω

παραγγέλλω altgriechisch παραγγέλλω παρά + ἀγγέλλω ἄγγελος


παραγγελιοδόχος

παραγγελιοδόχος παραγγελί(α) + -ο- + -δόχος ( δέχομαι)


παραγγελιοδότης

παραγγελιοδότης παραγγελία + -ο- + -δότης


παραγγελία

παραγγελία altgriechisch παραγγελία παραγγέλλω παρά + αγγέλλω


παραγάδι

παραγάδι Etymologie fehlt


παραβράζω

παραβράζω παρα- + βράζω


παραβολικός

παραβολικός Etymologie fehlt


παραβολή

παραβολή altgriechisch παραβάλλω


παράβλεψη

παράβλεψη Koine-Griechisch παράβλεψις altgriechisch παραβλέπω παρά + βλέπω


παραβλέπω


παραβλάστημα

παραβλάστημα Etymologie fehlt


παραβλάσταρο

παραβλάσταρο Etymologie fehlt


παραβίαση

παραβίαση Etymologie fehlt παρά+βίος


παραβιάζω

παραβιάζω altgriechisch παραβιάζω


παραβγαίνω

παραβγαίνω


παραβατικότητα

παραβατικότητα παραβατικ(ός) + -ότητα (> -ότης) → siehe: παράβαση


παραβάτης

παραβάτης παραβαίνω + -της / Συγχρονικά αναλύεται σε παρα- + -βάτης.


παράβαση

παράβαση Koine-Griechisch παράβασις (ίδια σημασία) altgriechisch παράβασις παραβαίνω παρά + βαίνω


παραβάν

παραβάν französisch paravent


παραβάλλω

παραβάλλω altgriechisch παραβάλλω παρά + βάλλω


παραβαίνω

παραβαίνω altgriechisch παραβαίνω


παρά

παρά altgriechisch παρά


πάρα

πάρα altgriechisch παρά


πάπυρος

πάπυρος altgriechisch πάπυρος


παπυρολόγος

παπυρολόγος πάπυρ(ος) + -ο- + -λόγος, (entlehnt aus) französisch papyrologue ( papyrologie) altgriechisch πάπυρος + λόγος[1]


παπυρολογία

παπυρολογία πάπυρος + -ο- + -λογία


πάπρικα

πάπρικα slawisch paprika pȁpar πρωτοslawisch *pьpьrь lateinisch piper Koine-Griechisch πίπερι (αντιδάνειο) altgriechisch πέπερι (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)


πάππος

πάππος altgriechisch πάππος


παπουτσώνω

παπουτσώνω mittelgriechisch παπουτσώνω παπούτσι + -ώνω


παπούτσωμα

παπούτσωμα παπουτσώνω + -μα


παπούτσι

παπούτσι mittelgriechisch παπούτσι türkisch papuç παλαιοτουρκικά پابوج (pâbuc) / پاپوش (pâpûş) persisch پاپوش (pā-puš) پا (pâ: πόδι) + پوش (puš) ( پوشیدن ‎(pušidan: καλύπτω)


παπουτσής

παπουτσής mittelgriechisch παπουτσής παπούτσι + -ής


παπουτσάδικο

παπουτσάδικο παπούτσι + -άδικο


παπόρι

παπόρι παραλλαγή του βαπόρι


παπλωματάς

παπλωματάς mittelgriechisch παπλωματᾶς πάπλωμα


παπλωματάδικο

παπλωματάδικο πάπλωμα


πάπλωμα

πάπλωμα mittelgriechisch πάπλωμα εφάπλωμα Koine-Griechisch ἐφαπλόω / ἐφαπλῶ ἐπί + ἁπλόω ἁπλοῦς


παπισμός

παπισμός italienisch papismo Papa +‎ -ismo lateinisch papas altgriechisch πάππας / πάπας (αντιδάνειο) Onomatopoetikum


παπικός

παπικός Etymologie fehlt


παπιγιόν

παπιγιόν französisch papillon (πεταλούδα)


πάπια

πάπια ονοματοποιημένη λέξη από τη φωνή που κάνει: πα πα


παπί

παπί υποκοριστικό του πάπια


παπατρέχας

παπατρέχας : von ιερέα, ήρωα διήγησης του Αδαμάντιου Κοραή, ο οποίος επονομαζόταν Παπατρέχας επειδή διάβαζε πολύ γρήγορα ("τρέχοντας") το Ευαγγέλιο παπάς + τρέχω


παπατζής

παπατζής παπάς (παίγνιο απατεώνων) + -τζής


παπάς

παπάς Koine-Griechisch παπᾶς (τιμητικός τίτλος ιερέων) altgriechisch πάππας (μπαμπάς)[1]


παπαρούνα

παπαρούνα Etymologie fehlt


παπαριά

παπαριά παπάρι + -ιά


παπάρι

παπάρι παπάρα + -ι italienisch pappara ή türkisch papara


παπαρδέλας

παπαρδέλας παπαρδέλα


παπαρδέλα

παπαρδέλα ιταλικά: pappardella (λαζάνι) (συνήθως πληθυντικός pappardelle: `λαζάνια΄)


παπάρα

παπάρα türkisch papara slawisch popara popariam


πάπαλα

πάπαλα Etymologie fehlt


παπάκι

παπάκι παπ(ί) + υποκοριστικό επίθημα -άκι


παπαδοπούλα

παπαδοπούλα παπάς + -πούλα (Femininum von -πουλος)


παπαδοπαίδι

παπαδοπαίδι παπάς + -ο- + παιδί + -ι


παπαδομάνι

παπαδομάνι παπάς + -μάνι


παπαδολόι

παπαδολόι παπάς + -λόι


παπαδοκρατία

παπαδοκρατία (παπάς) παπαδ- + -ο- + -κρατία


παπαδίτσα

παπαδίτσα παπάς + -ίτσα


παπαδιά

παπαδιά Koine-Griechisch παπαδία παπάς


παπαδαριό

παπαδαριό παπάς (πληθυντικός παπάδ-ες) + -αριό


παπαδάκι

παπαδάκι παπάς (πληθυντικός παπάδ-ες) + κατάληξη υποκοριστικού -άκι


παπαγάλος

παπαγάλος italienisch pappagallo mittelgriechisch παπαγᾶς (αντιδάνειο) arabisch ببغاء (babagha) Onomatopoetikum


παπαγαλιστί

παπαγαλιστί παπαγάλος


παπαγαλίζω

παπαγαλίζω παπαγάλος


παξιμάδι

παξιμάδι mittelgriechisch παξιμάδιον Koine-Griechisch παξαμάδιον, υποκοριστικό του παξαμᾶς Πάξαμος, αρτοποιός και μάγειρας του 1ου αιώνα


παξιμάδα

παξιμάδα Etymologie fehlt


πανωφόρι

πανωφόρι mittelgriechisch πανωφόρι altgriechisch ἐπάνω + φέρω


πανωπροίκι

πανωπροίκι πάνω + προίκα + -ι


πανώλη

πανώλη Katharevousa πανώλης φράση «πανώλης νόσος» altgriechisch πανώλης (ολέθριος, ολοκληρωτικά καταστροφικός) πᾶς + ὄλλυμι


πανωλεθρία

Η πανωλεθρία του Δράμαλη


πανωβελονιά

πανωβελονιά πάνω + βελονιά


πανύψηλος

πανύψηλος παν- + υψηλός


πάντως

πάντως altgriechisch


παντρεύω

παντρεύω mittelgriechisch παντρεύω και ὑπανδρεύω Koine-Griechisch ὕπανδρος (που είχε προφορά με [nd])[1] altgriechisch ὑπό + ἀνήρ


πάντρεμα

πάντρεμα παντρεύω


παντρειά

παντρειά mittelgriechisch παντρειά ὑπανδρειά ὑπανδρία altgriechisch ὕπανδρος (γυνή)


παντοφλέ

παντοφλέ παντόφλα


παντοφλάδικο

παντοφλάδικο παντόφλα + -άδικο


παντόφλα

παντόφλα italienisch pantofola (ανομοίωση του δεύτερου [o][1] ή διάλεκτος: pantofla). Nach Μπαμπινιώτη[2], δεν φαίνεται να ευσταθεί η δημοφιλής άποψη προέλευσης από υποθετικό μεσαιωνικό τύπο *παντό-φελλον (εξ ολοκλήρου από φελλό). Αναφέρει και προτάσεις όπως η παλαιά französisch panne (κομμάτι πανί) ή το διαλεκτικό γαλλικό patte (γάμπα).


παντουρκισμός

παντουρκισμός παν- + Τούρκος + -ισμός


παντού

παντού mittelgriechisch παντοῦ πάντα


παντοτινός

παντοτινός πάντοτε + -ινός


παντοτινά

παντοτινά παντοτινός


πάντοτε

πάντοτε altgriechisch πάντοτε


παντοπώλης

παντοπώλης παντο- (πας + -πώλης ( πωλώ)


παντοπωλείο

παντοπωλείο παντοπωλεῖον (λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής για την αγορά που χρησιμοποιήθηκε με σκοπό να αντικαταστήσει την türkisch προέλευσης μπακάλικο) παντοπώλιον


παντομίμα

παντομίμα (αντιδάνειο) französisch pantomime lateinisch pantomimus spätgriechisch παντόμιμος παντο- + μίμος altgriechisch πᾶς + μιμέομαι


παντοκράτορας

παντοκράτορας παντοκράτωρ πάντα + κραταιός altgriechisch κάρτος και κράτος (ο σφοδρός ή πολύ ισχυρός)


παντοίως

παντοίως Etymologie fehlt


παντοδύναμος

παντοδύναμος spätgriechisch παντοδύναμος altgriechisch πᾶς (αιτιατική: πάντα) + δύναμη


παντοδυναμία

παντοδυναμία παντοδύναμος


παντογνώστης

παντογνώστης παντο- + γνώστης {(Lehnübersetzung) französisch omniscient)


παντογνωσία

παντογνωσία παντο- + γνῶσ(ις) + -ία, (Lehnübersetzung) mittellateinisch omniscientia[1]



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback