Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



σταθερά

προχωράει αργά αλλά σταθερά


σταθεροποίηση

σταθεροποίηση Etymologie fehlt


σταθεροποιητής

σταθεροποιητής Etymologie fehlt


σταθεροποιώ

σταθεροποιώ σταθερός+ποιώ που σημαίνει φτιάχνω, δηλαδή κάνω κάτι σταθερό


σταθερότητα

σταθερότητα Koine-Griechisch σταθερότης (αιτιατιτική σταθερότητα) & Lehnbedeutung από τη französisch stabilité[1] siehe auch ἵστημι.


σταθμά

σταθμά δεύτερος Mehrzahl von σταθμός altgriechisch σταθμά


σταθμαρχείο

σταθμαρχείο Etymologie fehlt


σταθμάρχης

σταθμάρχης σταθμός + -άρχης


στάθμευση

στάθμευση Etymologie fehlt


σταθμεύω

σταθμεύω Etymologie fehlt


στάθμη

στάθμη altgriechisch στάθμη ἳστημι


σταθμίζω

σταθμίζω altgriechisch σταθμίζω


στάθμιση

στάθμιση σταθμίζω + -ση


σταθμός

σταθμός (λόγιο) altgriechisch σταθμός (χώρος στάθμευσης στρατιωτών, ταξιδιωτών) [1]


στακάτο

στακάτο italienisch staccato staccare distaccare (χωρίζω, αποσυνδέω) μέση französisch destacher (αποσυνδέω) παλαιά γαλλικά destachier (αποσυνδέω) des- +‎ attachier (συνάπτω, συνδέω) estachier estache φραγκικά *stakka (πάσσαλος, παλούκι) πρωτογερμανικά *stakkaz *stakkô *(s)teg- (πάσσαλος, παλούκι, ραβδί)


στάλα

στάλα Etymologie fehlt


σταλαγματιά

σταλαγματιά Etymologie fehlt


σταλαγμίτης

σταλαγμίτης (Wort verwendet ab 1831) neulateinisch stalagmites altgriechisch στάλαγμα ‎(“σταγόνα”) ή σταλαγμός ‎(“στάξιμο”).


σταλάζω

σταλάζω Koine-Griechisch σταλάζω altgriechisch σταλάσσω / στάζω proto-indogermanisch *steh₂g-


σταλακτίτης

σταλακτίτης (entlehnt aus) französisch stalactite Koine-Griechisch σταλακτός σταλάζω altgriechisch σταλάσσω


σταλιά

σταλιά Etymologie fehlt


σταλινισμός

σταλινισμός (ανθρωπωνύμιο) Στάλιν + -ισμός


σταλινιστής

σταλινιστής σταλιν(ισμός) + -ιστής


στάλισμα

στάλισμα Etymologie fehlt


σταμάτημα

σταμάτημα σταματώ + -μα


σταματημός

σταματημός Etymologie fehlt


σταματώ

σταματώ mittelgriechisch στάμα (κάθισμα) ἵσταμαι


σταμνί

σταμνί mittelgriechisch σταμνίν altgriechisch σταμνίον στάμνος + -ιον


στάμπα

στάμπα mittelgriechisch italienisch stampa


σταμπάρισμα

σταμπάρισμα Etymologie fehlt


σταμπάρω

σταμπάρω Etymologie fehlt


στάνη

στάνη mittelgriechisch στάνη slawisch стан πρωτοslawisch *stanъ (κατάλυμα) indoeuropäisch (Wurzel) *steh₂- (ἵστημι) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)


στανιό

στανιό mittelgriechisch στανιό (άγνωστης ετυμολογίας). Οι υποθέσεις περιλαμβάνουν


στάνταρ

στάνταρ Etymologie fehlt


σταξιά

σταξιά Etymologie fehlt


στάξιμο

στάξιμο Etymologie fehlt


σταρ

σταρ Etymologie fehlt


σταράτος

σταράτος (σημασία λόγια) πιθανόν αστεράτος mittelgriechisch ἀστεράτος[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε αστέρι + -άτος


στάση

στάση altgriechisch στά(σις) + -ση altgriechisch ἵσταμαι


στασιάζω

στασιάζω Etymologie fehlt


στασιαστής

στασιαστής στασιάζω


στασίδι

στασίδι Etymologie fehlt


στάσιμο

στάσιμο altgriechisch στάσιμον


στασιμοπληθωρισμός

στασιμοπληθωρισμός στάσιμος + πληθωρισμός


στασιμότητα

στασιμότητα στάσιμος στάσις


στατήρας

στατήρας altgriechisch στατήρ


στατική

στατική Etymologie fehlt


στατικότητα

στατικότητα στατικός + -ότητα


στατιστική

στατιστική deutsch Statistik lateinisch status sto proto-italienisch *staēō proto-indogermanisch *sth₂éh₁yeti *steh₂- (ἵστημι) (από γερμανικό όρο του 1798 για ανάλυση δεδομένων για το κράτος)


στατιστικολόγος

στατιστικολόγος Etymologie fehlt


σταυραδέρφι

σταυραδέρφι Etymologie fehlt


σταυραδερφός

σταυραδερφός σταυρός + αδελφός


σταυραετός

σταυραετός Etymologie fehlt


σταυροβελονιά

σταυροβελονιά Etymologie fehlt


σταυροθόλιο

σταυροθόλιο Etymologie fehlt


σταυρόκομπος

σταυρόκομπος Etymologie fehlt


σταυροκόπημα

σταυροκόπημα Etymologie fehlt


σταυροκοπιέμαι

σταυροκοπιέμαι von δύσχρηστο πια σταυροκοπώ


σταυρόλεξο

σταυρόλεξο σταυρός + -ο- + λέξη + -ο ((Lehnübersetzung) englisch crossword)


σταυρόνημα

σταυρόνημα σταυρός + νήμα


σταυροπόδι

σταυροπόδι σταυρός + -ο- + πόδι


σταυροφορία

σταυροφορία Etymologie fehlt


σταυροφόρος

σταυροφόρος Koine-Griechisch σταυροφόρος. Συγχρονικά αναλύεται σε σταυρο- + -φόρος


σταύρωμα

σταύρωμα Etymologie fehlt


σταυρώνω

σταυρώνω σταυρός + -ώνω


σταυρωτής

σταυρωτής mittelgriechisch σταυρωτής altgriechisch σταυρόω σταυρός


σταφίδα

σταφίδα mittelgriechisch σταφίδα Koine-Griechisch σταφίς altgriechisch ἀσταφίς


σταφιδάμπελος

σταφιδάμπελος σταφίδα + άμπελος


σταφιδεμπόριο

σταφιδεμπόριο Etymologie fehlt


σταφιδέμπορος

σταφιδέμπορος σταφίδα + έμπορος


σταφιδιάζω

σταφιδιάζω Etymologie fehlt


σταφίδιασμα

σταφίδιασμα Etymologie fehlt


σταφιδίνη

σταφιδίνη Etymologie fehlt


σταφιδίτης

σταφιδίτης Etymologie fehlt


σταφιδοπαραγωγή

σταφιδοπαραγωγή Etymologie fehlt


σταφιδόψωμο

σταφιδόψωμο σταφίδα + ψωμί


σταφίδωμα

σταφίδωμα σταφιδώνω + -μα


σταφιδώνω

σταφιδώνω σταφίδα + -ώνω


στάφνη

στάφνη Etymologie fehlt


σταφνίζω

σταφνίζω Etymologie fehlt


σταφυλή

σταφυλή altgriechisch σταφυλίς


σταφύλι

σταφύλι mittelgriechisch σταφύλιον altgriechisch σταφυλή + (κατάληξη υποκοριστικού) -ιον


σταφυλικός

σταφυλικός Etymologie fehlt


σταφυλίτης

σταφυλίτης Etymologie fehlt


σταφυλίτιδα

σταφυλίτιδα σταφυλή + -ίτιδα


σταφυλοθεραπεία

σταφυλοθεραπεία σταφυλ(ι) + -ο- + -θεραπεία• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


σταφυλοκοκκίαση

σταφυλοκοκκίαση Etymologie fehlt


σταφυλόκοκκος

σταφυλόκοκκος (entlehnt aus) neulateinisch staphylococcus σταφυλή + κόκκος


σταχανοβίτης

σταχανοβίτης Etymologie fehlt


σταχανοφισμός

σταχανοφισμός Etymologie fehlt


σταχολογώ

σταχολογώ Etymologie fehlt


στάχτη

στάχτη mittelgriechisch στάκτη Koine-Griechisch στακτή (κονία) altgriechisch στακτός στάζω proto-indogermanisch *stag- (στάζω)


σταχτοδοχείο

σταχτοδοχείο στάχτη + -ο- + δοχείο


σταχτοκουλούρα

σταχτοκουλούρα ελληνική στάχτη + ελληνική κουλούρι


σταχτόνερο

σταχτόνερο σταχτο- + νερό


σταχτώνω

σταχτώνω Etymologie fehlt


στάχυ

(το) στέλεχος, το επάνω μέρος του βλαστού των δημητριακών που περιέχει τα σπέρματα


σταχυολόγημα

σταχυολόγημα Etymologie fehlt


σταχυολόγηση

σταχυολόγηση Etymologie fehlt


σταχυολογώ

σταχυολογώ στάχυ + -λογώ ( λόγος)



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback