{η}  στάθμη Subst.  [stathmi, stathmh]

{der}    Subst.
(47)
{das}    Subst.
(30)
{der}    Subst.
(3)
{das}    Subst.
(0)
{der}    Subst.
(0)
(0)

Etymologie zu στάθμη

στάθμη altgriechisch στάθμη ἳστημι


GriechischDeutsch
Το ελεύθερο ύψος αναφέρεται κυρίως σε υψηλή στάθμη υδάτων, αλλά, ορισμένες φορές, σε χαμηλή στάθμη υδάτων.Durchfahrtshöhen werden meistens auf einen hohen Wasserstand bezogen, aber in manchen Fällen auch auf Niedrigwasser.

Übersetzung bestätigt

Regulierungs Niederwasser (Δεδομένη στάθμη υδάτων κατά τη διάρκεια του 94 % του έτους)Regulierungs-Niederwasser (Wasserstand während 94 % des Jahres)

Übersetzung bestätigt

Τα βάθη των υδάτων μπορούν να σχετίζονται με μια προκαθορισμένη στάθμη ύδατος ή με την πραγματική στάθμη ύδατος.Die Wassertiefen können auf einen Bezugwasserstand oder auf den aktuellen Wasserstand bezogen werden.

Übersetzung bestätigt

Στο παρελθόν, παρετηρείτο συμφόρηση στους χώρους παραγωγής όταν η στάθμη των υδάτων του Δούναβη ήταν πολύ χαμηλή για να επιτρέπει την εργασία στο νερό, με αποτέλεσμα να διακόπτεται η παραγωγή.In der Vergangenheit sei es in den Produktionshallen zu Engpässen gekommen, wenn der Wasserstand der Donau so niedrig war, dass keine Arbeit auf dem Wasser möglich war, mit dem Ergebnis, dass die Produktion unterbrochen werden musste.

Übersetzung bestätigt

Όταν η στάθμη των υδάτων είναι χαμηλή, η παραγωγή πρέπει να διακόπτεται, επειδή είναι τεχνικά αδύνατο να συνεχιστεί η συναρμολόγηση στους κλειστούς χώρους (περιορισμένο ύψος και έκταση) ή στις υπάρχουσες εξωτερικές εγκαταστάσεις (περιορισμένη ικανότητα χρήσης γερανού).Bei niedrigem Wasserstand müsse die Produktion unterbrochen werden, weil es technisch nicht möglich sei, die Montage in den Hallen (mit beschränkter Höhe und beschränktem Platz) oder in den bestehenden Außenanlagen (beschränkte Krankapazität) fortzusetzen.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Noch keine Grammatik zu στάθμη.







Singular Plural
Nominativ der Spiegel die Spiegel
Genitiv des Spiegels der Spiegel
Dativ dem Spiegel den Spiegeln
Akkusativ den Spiegel die Spiegel







Griechische Definition zu στάθμη

στάθμη η [stáθmi] : 1. το επίπεδο της ελεύθερης επιφάνειας ενός υγρού που βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας: H στάθμη της θάλασσας. Mε τις βροχές ανέβηκε η στάθμη του ποταμού. Kατέβηκε η στάθμη των υδάτων στη λίμνη του Mαραθώνα. || Tο πεζοδρόμιο δε βρίσκεται στην ίδια στάθμη με το δρόμο, στο ίδιο επίπεδο. 2. Nήμα* της στάθμης. 3. (μτφ.) το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται ένα κοινωνικό συνόλο ή οι δραστηριότητές του από άποψη πολιτιστική, μορφωτική κτλ.: H ποιοτική στάθμη των μαθητών. H στάθμη στα Aνώτατα Εκπαιδευτικά Iδρύματα (AΕI). Tεχνολογία / εκπαίδευση χαμηλής / υψηλής στάθμης.

[λόγ.: 2: αρχ. στάθμη `αλφάδι΄· 1, 3: σημδ. γαλλ. niveau με βάση την αρχ. φρ. ἐπί στάθμην θεῖναι μίαν `φέρνω σε ένα επίπεδο΄]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback