τρέχω  Verb  [trecho, trexw]

Ähnliche Bedeutung wie τρέχω

Ähnliche Wörter zu τρέχω

τρέχων -ουσα -ον


Beispielsätze τρέχω

... Κάποτε θα μπορώ να τρέχω τόσο γρήγορα όπως ο άνεμος. ...

Quelle: glavkos


Beispielsätze huschen

... Hüsch ist der Familienname folgender Personen: Gerhard Hüsch (1901–1984), deutscher Sänger (Bariton) Hanni Hüsch (* 1957), deutsche Journalistin und ...

... Hanns Dieter Hüsch (* 6. Mai 1925 in Moers; † 6. Dezember 2005 in Werfen) war ein deutscher Kabarettist, Schriftsteller, Kinderbuchautor, Schauspieler ...

... Husch, husch ins Körbchen ist eine deutsche, leicht erotisch gefärbte Filmkomödie in Schwarzweiß aus dem Jahr 1969 von dem Regisseur Hans Hutter. Das Drehbuch ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΤΡΕΧΩ
I run
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρέχωτρέχουμε, τρέχομε
τρέχειςτρέχετε
τρέχειτρέχουν(ε)
Imper
fekt
έτρεχατρέχαμε
έτρεχεςτρέχατε
έτρεχεέτρεχαν, τρέχαν(ε)
Aoristέτρεξατρέξαμε
έτρεξεςτρέξατε
έτρεξεέτρεξαν, τρέξαν(ε)
Per
fect
έχω τρέξειέχουμε τρέξει
έχεις τρέξειέχετε τρέξει
έχει τρέξειέχουν τρέξει
Plu
per
fect
είχα τρέξειείχαμε τρέξει
είχες τρέξειείχατε τρέξει
είχε τρέξειείχαν τρέξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρέχωθα τρέχουμε, θα τρέχομε
θα τρέχειςθα τρέχετε
θα τρέχειθα τρέχουν(ε)
Fut
ur
θα τρέξωθα τρέξουμε, θα τρέξομε
θα τρέξειςθα τρέξετε
θα τρέξειθα τρέξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τρέξειθα έχουμε τρέξει
θα έχεις τρέξειθα έχετε τρέξει
θα έχει τρέξειθα έχουν τρέξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τρέχωνα τρέχουμε, να τρέχομε
να τρέχειςνα τρέχετε
να τρέχεινα τρέχουν(ε)
Aoristνα τρέξωνα τρέξουμε, να τρέξομε
να τρέξειςνα τρέξετε
να τρέξεινα τρέξουν(ε)
Perfνα έχω τρέξεινα έχουμε τρέξει
να έχεις τρέξεινα έχετε τρέξει
να έχει τρέξεινα έχουν τρέξει
Imper
ativ
Presτρέχετρέχετε
Aoristτρέξετρέξετε, τρέξτε
Part
izip
Presτρέχοντας
Perfέχοντας τρέξει
InfinAoristτρέξει










Griechische Definition zu τρέχω

τρέχω [tréxo] Ρ3α : I1. μετακινούμαι προς τα εμπρός με κινήσεις ανάλογες αλλά ταχύτερες από εκείνες του βαδίσματος, ώστε όταν το ένα πόδι πατά στη γη το άλλο να βρίσκεται στον αέρα: Tρέχει για να προφτάσει το λεωφορείο. Tο άλογο τρέχει πιο γρήγορα από τον άνθρωπο. Ήρθε τρέχοντας και λαχάνιασε. || συμμετέχω σε αγώνες δρόμου ή σε ιπποδρομίες: Πολλοί αθλητές θα τρέξουν στο φετινό μαραθώνιο. Έτρεξε τα εκατό μέτρα σε χρόνο ρεκόρ. Tο άλογο είναι γέρικο και δεν μπορεί πια να τρέχει. (έκφρ.) τρέχει κι ακόμα τρέχει, για κπ. που φεύγει πανικόβλητος ή που απομακρύνεται από κπ. ή από κτ. για να το αποφύγει. τρέχω και δε φτάνω / δε σώνω, για κπ. που προσπαθεί να διεκπεραιώσει δύσκολες και πολύπλοκες υποθέσεις. ΦΡ τρέχα γύρευε, για να δηλώσουμε την αδιαφορία μας για κτ. που είναι δύσκολο να βρεθεί ή να πραγματοποιηθεί: Tρέχα γύρευε τώρα ποιος είναι ο υπεύθυνος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τρέχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15