eilen
  Verb

σπεύδω  Verb
(0)
ορμώ  Verb
(0)
ορμίζω  Verb
(0)
DeutschGriechisch
Noch keine Beispielsätze.

Deutsche Synonyme zu eilen

  • rennen
  • eilen
  • spurten
  • rasen
  • stürmen
  • jagen
  • schnell laufen
  • pesen
  • hasten
  • sprinten
  • die Beine in die Hand nehmen
  • flitzen
  • dahinpreschen
  • fitschen
  • stieben
  • huschen
  • hechten
  • Hackengas geben
  • Gummi geben

Ähnliche Wörter zu eilen

Noch keine ähnlichen Wörter.


Grammatik




ΣΠΕΥΔΩ
I hasten
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σπεύδωσπεύδουμε, σπεύδομε
σπεύδειςσπεύδετε
σπεύδεισπεύδουν(ε)
Imper
fekt
έσπευδασπεύδαμε
έσπευδεςσπεύδατε
έσπευδεέσπευδαν, σπεύδαν(ε)
Aoristέσπευσασπεύσαμε
έσπευσεςσπεύσατε
έσπευσεέσπευσαν, σπεύσαν(ε)
Per
fect
έχω σπεύσειέχουμε σπεύσει
έχεις σπεύσειέχετε σπεύσει
έχει σπεύσειέχουν σπεύσει
Plu
per
fect
είχα σπεύσειείχαμε σπεύσει
είχες σπεύσειείχατε σπεύσει
είχε σπεύσειείχαν σπεύσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σπεύδωθα σπεύδουμε, θα σπεύδομε
θα σπεύδειςθα σπεύδετε
θα σπεύδειθα σπεύδουν(ε)
Fut
ur
θα σπεύσωθα σπεύσουμε, θα σπεύσομε
θα σπεύσειςθα σπεύσετε
θα σπεύσειθα σπεύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σπεύσειθα έχουμε σπεύσει
θα έχεις σπεύσειθα έχετε σπεύσει
θα έχει σπεύσειθα έχουν σπεύσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σπεύδωνα σπεύδουμε, να σπεύδομε
να σπεύδειςνα σπεύδετε
να σπεύδεινα σπεύδουν(ε)
Aoristνα σπεύσωνα σπεύσουμε, να σπεύσομε
να σπεύσειςνα σπεύσετε
να σπεύσεινα σπεύσουν(ε)
Perfνα έχω σπεύσεινα έχουμε σπεύσει
να έχεις σπεύσεινα έχετε σπεύσει
να έχει σπεύσεινα έχουν σπεύσει
Imper
ativ
Presσπεύδεσπεύδετε
Aoristσπεύσεσπεύστε, σπεύσετε
Part
izip
Presσπεύδοντας
Perfέχοντας σπεύσει
InfinAoristσπεύσει



ΟΡΜΩ
I dash
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ormao66">ορμάω, ορμώορμάμε, ορμούμε
ορμάςορμάτε
ορμάει, ορμάορμάν(ε), ορμούν(ε)
Imper
fekt
ορμούσα, όρμαγαορμούσαμε, ορμάγαμε
ορμούσες, όρμαγεςορμούσατε, ορμάγατε
ορμούσε, όρμαγεορμούσαν(ε), όρμαγαν, ορμάγανε
Aoristόρμησαορμήσαμε
όρμησεςορμήσατε
όρμησεόρμησαν, ορμήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω ορμήσειέχουμε ορμήσει
έχεις ορμήσειέχετε ορμήσει
έχει ορμήσειέχουν ορμήσει
Plu
perf
ekt
είχα ορμήσειείχαμε ορμήσει
είχες ορμήσειείχατε ορμήσει
είχε ορμήσειείχαν ορμήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ορμάω, θα ορμώθα ορμάμε, θα ορμούμε
θα ορμάςθα ορμάτε
θα ορμάει, θα ορμάθα ορμάν(ε), θα ορμούν(ε)
Fut
ur
θα ορμήσωθα ορμήσουμε, θα ορμήσομε
θα ορμήσειςθα ορμήσετε
θα ορμήσειθα ορμήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ορμήσειθα έχουμε ορμήσει
θα έχεις ορμήσειθα έχετε ορμήσει
θα έχει ορμήσειθα έχουν ορμήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ορμάω, να ορμώνα ορμάμε, να ορμούμε
να ορμάςνα ορμάτε
να ορμάει, να ορμάνα ορμάν(ε), να ορμούν(ε)
Aoristνα ορμήσωνα ορμήσουμε, να ορμήσομε
να ορμήσειςνα ορμήσετε
να ορμήσεινα ορμήσουν(ε)
Perfνα έχω ορμήσεινα έχουμε ορμήσει
να έχεις ορμήσεινα έχετε ορμήσει
να έχει ορμήσεινα έχουν ορμήσει
Imper
ativ
Presόρμα, όρμαγεορμάτε
Aoristόρμησε, όρμαορμήστε
Part
izip
Presορμώντας
Perfέχοντας ορμήσει
InfinAoristορμήσει


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback