σπεύδω  Verb  [spevdo, spevtho, speydw]


Beispielsätze σπεύδω

... δρόμο για τη δυτική Μικρά Ασία και οι περισσότερες πόλεις της περιοχής σπεύδουν να ανοίξουν τις πύλες τους. Η ιωνική πόλη της Μιλήτου αψηφά τον Αλέξανδρο ...

... Μονόφθαλμος ανακηρύσσεται από το στρατό του βασιλιάς. Το παράδειγμά του σπεύδουν να ακολουθήσουν και οι αντίπαλοί του, οι οποίοι αυτοανακηρύσσονται βασιλείς ...

... παραγγελίες και θνητών όπως την παρουσιάζει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, όπου σπεύδει κατά παράκληση του Αχιλλέα να ζητήσει από τον Βορρέα και τον Ζέφυρο να ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze huschen

... Hüsch ist der Familienname folgender Personen: Gerhard Hüsch (1901–1984), deutscher Sänger (Bariton) Hanni Hüsch (* 1957), deutsche Journalistin und ...

... Hanns Dieter Hüsch (* 6. Mai 1925 in Moers; † 6. Dezember 2005 in Werfen) war ein deutscher Kabarettist, Schriftsteller, Kinderbuchautor, Schauspieler ...

... Husch, husch ins Körbchen ist eine deutsche, leicht erotisch gefärbte Filmkomödie in Schwarzweiß aus dem Jahr 1969 von dem Regisseur Hans Hutter. Das Drehbuch ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΠΕΥΔΩ
I hasten
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σπεύδωσπεύδουμε, σπεύδομε
σπεύδειςσπεύδετε
σπεύδεισπεύδουν(ε)
Imper
fekt
έσπευδασπεύδαμε
έσπευδεςσπεύδατε
έσπευδεέσπευδαν, σπεύδαν(ε)
Aoristέσπευσασπεύσαμε
έσπευσεςσπεύσατε
έσπευσεέσπευσαν, σπεύσαν(ε)
Per
fect
έχω σπεύσειέχουμε σπεύσει
έχεις σπεύσειέχετε σπεύσει
έχει σπεύσειέχουν σπεύσει
Plu
per
fect
είχα σπεύσειείχαμε σπεύσει
είχες σπεύσειείχατε σπεύσει
είχε σπεύσειείχαν σπεύσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σπεύδωθα σπεύδουμε, θα σπεύδομε
θα σπεύδειςθα σπεύδετε
θα σπεύδειθα σπεύδουν(ε)
Fut
ur
θα σπεύσωθα σπεύσουμε, θα σπεύσομε
θα σπεύσειςθα σπεύσετε
θα σπεύσειθα σπεύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σπεύσειθα έχουμε σπεύσει
θα έχεις σπεύσειθα έχετε σπεύσει
θα έχει σπεύσειθα έχουν σπεύσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σπεύδωνα σπεύδουμε, να σπεύδομε
να σπεύδειςνα σπεύδετε
να σπεύδεινα σπεύδουν(ε)
Aoristνα σπεύσωνα σπεύσουμε, να σπεύσομε
να σπεύσειςνα σπεύσετε
να σπεύσεινα σπεύσουν(ε)
Perfνα έχω σπεύσεινα έχουμε σπεύσει
να έχεις σπεύσεινα έχετε σπεύσει
να έχει σπεύσεινα έχουν σπεύσει
Imper
ativ
Presσπεύδεσπεύδετε
Aoristσπεύσεσπεύστε, σπεύσετε
Part
izip
Presσπεύδοντας
Perfέχοντας σπεύσει
InfinAoristσπεύσει





Person Wortform
Präsens ich eile
du eilst
er, sie, es eilt
Präteritum ich eilte
Konjunktiv II ich eilte
Imperativ Singular eile!
Plural eilt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geeilt haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:eilen


Griechische Definition zu σπεύδω

σπεύδω [spévδo] Ρ αόρ. έσπευσα, απαρέμφ. σπεύσει : 1. πηγαίνω κάπου με βιασύνη: Mόλις έγιναν γνωστές οι ταραχές ο πρωθυπουργός έσπευσε στη Θεσσαλονίκη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σπεύδω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15