ορμώ  Verb  [ormo, ormw]

Ähnliche Bedeutung wie ορμώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ορμώ

... Με την επίσημη ονομασία Όρμος (κοινώς σαπιέντζα, ράδα, αγκυροβόλιο, καραβοστάσι) χαρακτηρίζεται γενικά μέρος της θάλασσας κατάλληλο για αγκυροβολία. Ειδικότερα ...

... Ο Αθλητικός Σύλλογος Ορμή Πάτρας ιδρύθηκε το 2003 με την συγχώνευση του ΑΟ Θρίαμβος Πατρών, του Ποσειδώνα Πάτρας και του Φοίνικα Πάτρας. Πρωταγωνιστεί ...

... 40°57′05″N 21°55′34″E / 40.95139°N 21.92611°E / 40.95139; 21.92611 Η Όρμα είναι ένα χωριό του του Δήμου Αλμωπίας του Νομού Πέλλας, δίπλα στα Λουτρά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze stürmen

... Grüne Wellen mit weißem Spitzenrand stürmen unermüdlich auf den Sand des Strandes. ...

... Rebellen stürmen Toms letzte Widerstandsnester. ...

Quelle: al_ex_an_der, danepo

Grammatik


ΟΡΜΩ
I dash
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ormao66">ορμάω, ορμώορμάμε, ορμούμε
ορμάςορμάτε
ορμάει, ορμάορμάν(ε), ορμούν(ε)
Imper
fekt
ορμούσα, όρμαγαορμούσαμε, ορμάγαμε
ορμούσες, όρμαγεςορμούσατε, ορμάγατε
ορμούσε, όρμαγεορμούσαν(ε), όρμαγαν, ορμάγανε
Aoristόρμησαορμήσαμε
όρμησεςορμήσατε
όρμησεόρμησαν, ορμήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω ορμήσειέχουμε ορμήσει
έχεις ορμήσειέχετε ορμήσει
έχει ορμήσειέχουν ορμήσει
Plu
perf
ekt
είχα ορμήσειείχαμε ορμήσει
είχες ορμήσειείχατε ορμήσει
είχε ορμήσειείχαν ορμήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ορμάω, θα ορμώθα ορμάμε, θα ορμούμε
θα ορμάςθα ορμάτε
θα ορμάει, θα ορμάθα ορμάν(ε), θα ορμούν(ε)
Fut
ur
θα ορμήσωθα ορμήσουμε, θα ορμήσομε
θα ορμήσειςθα ορμήσετε
θα ορμήσειθα ορμήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ορμήσειθα έχουμε ορμήσει
θα έχεις ορμήσειθα έχετε ορμήσει
θα έχει ορμήσειθα έχουν ορμήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ορμάω, να ορμώνα ορμάμε, να ορμούμε
να ορμάςνα ορμάτε
να ορμάει, να ορμάνα ορμάν(ε), να ορμούν(ε)
Aoristνα ορμήσωνα ορμήσουμε, να ορμήσομε
να ορμήσειςνα ορμήσετε
να ορμήσεινα ορμήσουν(ε)
Perfνα έχω ορμήσεινα έχουμε ορμήσει
να έχεις ορμήσεινα έχετε ορμήσει
να έχει ορμήσεινα έχουν ορμήσει
Imper
ativ
Presόρμα, όρμαγεορμάτε
Aoristόρμησε, όρμαορμήστε
Part
izip
Presορμώντας
Perfέχοντας ορμήσει
InfinAoristορμήσει





Person Wortform
Präsens ich eile
du eilst
er, sie, es eilt
Präteritum ich eilte
Konjunktiv II ich eilte
Imperativ Singular eile!
Plural eilt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geeilt haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:eilen




Griechische Definition zu ορμώ

ορμώ [ormó] & -άω .2α : 1. επιτίθεμαι σε κπ., ρίχνομαι, χιμάω. α. κινούμαι με ορμή, με δύναμη: Όρμησε στην έξοδο για να ξεφύγει. Tο αυτοκίνητο όρμησε μπροστά μουγκρίζοντας. Tα νερά σπάζοντας το φράγ μα όρμησαν στην πεδιάδα. β. κινούμαι με εχθρικές διαθέσεις εναντίον κάποιου: Mε κοίταξε άγρια έτοιμος να μου ορμήσει. Tου όρμησε ένας σκύλος. Xωρίς να φοβηθεί καθόλου, πήρε ένα λοστό και όρμηξε στο λύκο. Οι εχθροί παραβιάζοντας την πύλη όρμησαν στην πόλη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ορμώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15