σπάζω  Verb  [spazo, spazw]

Ähnliche Bedeutung wie σπάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σπάζω

... των Τραύσων συνδεόταν ετυμολογικά είτε με τον ποταμό Τραύο, είτε με το αρχαίο ελληνικό ρήμα θραύω (=σπάζω σε κομμάτια). Θράκη & Θράκες - θρακικά φύλα ...

... Γυμναστικός Σύλλογος "Ολύμπια" Λεμεσού για πρώτη φορά στην ιστορία του σπάζοντας το δεκαπενταετές σερί του Πανιωνίου. "Αθλητική Ηχώ", 3/6/1968 ...

... χρονιά και για 32η συνολικά, πρωταθλητής αναδείχτηκε ο Παναθηναϊκός, «σπάζοντας» στην τελική σειρά των play off την έδρα του Ολυμπιακού, ο οποίος είχε ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze durchbrechen

... Gesetze sind wie Spinnweben, die kleine Fliegen einfangen, aber Wespen und Hornissen durchbrechen lassen. ...

... Die Aktienkurse durchbrechen die Schallmauer. ...

... Kommt, wir durchbrechen Stereotypen! ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, pullnosemans

Grammatik


ΣΠΑΖΩ
I break
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σπάζω, ../spao/index">σπάωσπάζουμε, σπάζομεσπάζομαισπαζόμαστε
σπάζειςσπάζετεσπάζεσαισπάζεστε, σπαζόσαστε
σπάζεισπάζουν(ε)σπάζεταισπάζονται
Imper
fekt
έσπαζασπάζαμεσπαζόμουν(α)σπαζόμαστε, σπαζόμασταν
έσπαζεςσπάζατεσπαζόσουν(α)σπαζόσαστε, σπαζόσασταν
έσπαζεέσπαζαν, σπάζαν(ε)σπαζόταν(ε)σπάζονταν, σπαζόντανε, σπαζόντουσαν
Aoristέσπασασπάσαμεσπάστηκασπαστήκαμε
έσπασεςσπάσατεσπάστηκεςσπαστήκατε
έσπασεέσπασαν, σπάσαν(ε)σπάστηκεσπάστηκαν, σπαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σπάσει
έχω σπασμένο
έχουμε σπάσει
έχουμε σπασμένο
έχω σπαστεί
είμαι σπασμένος, -η
έχουμε σπαστεί
είμαστε σπασμένοι, -ες
έχεις σπάσει
έχεις σπασμένο
έχετε σπάσει
έχετε σπασμένο
έχεις σπαστεί
είσαι σπασμένος, -η
έχετε σπαστεί
είστε σπασμένοι, -ες
έχει σπάσει
έχει σπασμένο
έχουν σπάσει
έχουν σπασμένο
έχει σπαστεί
είναι σπασμένος, -η, -ο
έχουν σπαστεί
είναι σπασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σπάσει
είχα σπασμένο
είχαμε σπάσει
είχαμε αγορσμένο
είχα σπαστεί
ήμουν σπασμένος, -η
είχαμε σπαστεί
ήμαστε σπασμένοι, -ες
είχες σπάσει
είχες σπασμένο
είχατε σπάσει
είχατε σπασμένο
είχες σπαστεί
ήσουν σπασμένος, -η
είχατε σπαστεί
ήσαστε σπασμένοι, -ες
είχε σπάσει
είχε σπασμένο
είχαν σπάσει
είχαν σπασμένο
είχε σπαστεί
ήταν σπασμένος, -η, -ο
είχαν σπαστεί
ήταν σπασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σπάζωθα σπάζουμε, θα σπάζομεθα σπάζομαιθα σπαζόμαστε
θα σπάζειςθα σπάζετεθα σπάζεσαιθα σπάζεστε, θα σπαζόσαστε
θα σπάζειθα σπάζουν(ε)θα σπάζεταιθα σπάζονται
Fut
ur
θα σπάσωθα σπάσουμε, θα σπάζομεθα σπαστώθα σπαστούμε
θα σπάσειςθα σπάσετεθα σπαστείςθα σπαστείτε
θα σπάσειθα σπάσουν(ε)θα σπαστείθα σπαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σπάσει
θα έχω σπασμένο
θα έχουμε σπάσει
θα έχουμε σπασμένο
θα έχω σπαστεί
θα είμαι σπασμένος, -η
θα έχουμε σπαστεί
θα είμαστε σπασμένοι, -ες
θα έχεις σπάσει
θα έχεις σπασμένο
θα έχετε σπάσει
θα έχετε σπασμένο
θα έχεις σπαστεί
θα είσαι σπασμένος, -η
θα έχετε σπαστεί
θα είστε σπασμένοι, -ες
θα έχει σπάσει
θα έχει σπασμένο
θα έχουν σπάσει
θα έχουν σπασμένο
θα έχει σπαστεί
θα είναι σπασμένος, -η, -ο
θα έχουν σπαστεί
θα είναι σπασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σπάζωνα σπάζουμε, να σπάζομενα σπάζομαινα σπαζόμαστε
να σπάζειςνα σπάζετενα σπάζεσαινα σπάζεστε, να σπαζόσαστε
να σπάζεινα σπάζουν(ε)να σπάζεταινα σπάζονται
Aoristνα σπάσωνα σπάσουμε, να σπάσομενα σπαστώνα σπαστούμε
να σπάσειςνα σπάσετενα σπαστείςνα σπαστείτε
να σπάσεινα σπάσουν(ε)να σπαστείνα σπαστούν(ε)
Perfνα έχω σπάσει
να έχω σπασμένο
να έχουμε σπάσει
να έχουμε σπασμένο
να έχω σπαστεί
να είμαι σπασμένος, -η
να έχουμε σπαστεί
να είμαστε σπασμένοι, -ες
να έχεις σπάσει
να έχεις σπασμένο
να έχετε σπάσει
να έχετε σπασμένο
να έχεις σπαστεί
να είσαι σπασμένος, -η
να έχετε σπαστεί
να είστε σπασμένοι, -ες
να έχει σπάσει
να έχει σπασμένο
να έχουν σπάσει
να έχουν σπασμένο
να έχει σπαστεί
να είναι σπασμένος, -η, -ο
να έχουν σπαστεί
να είναι σπασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσπάζεσπάζετεσπάζεστε
Aoristσπάσεσπάστεσπάσουσπαστείτε
Part
izip
Presσπάζονταςσπαζόμενος
Perfέχοντας σπάσει, έχοντας σπασμένοσπασμένος, -η, -οσπασμένοι, -ες, -α
InfinAoristσπάσεισπαστεί






























Griechische Definition zu σπάζω

σπάζω [spázo] -ομαι στη σημ. 8 .4α πρτ. έσπαγα, αόρ. έσπασα, απαρέμφ. σπάσει, μππ. σπασμένος* : 1. ασκώ επάνω σε στερεό αντικείμενο δύναμη (με απότομη κίνηση, χτύπημα κτλ.) και το χωρί ζω σε περισσότερα κομμάτια: Tράβηξε με δύναμη την κλωστή και την έσπα σε. Έπιασε το κλαδί με τα δυο χέρια του και το έσπασε στα δύο. Πέταξε μια πέτρα κι έσπασε το τζάμι. Ο αέρας έσπασε τα κλαριά. Tου ΄δωσε μια γροθιά και του ΄σπασε τα δόντια. Έπεσα κι έσπα σα το χέρι μου. Tο κεφά λι μου πάει να σπάσει, από έντονο πονοκέφαλο ή σπάνια από μεγάλο θόρυβο. (έκφρ.) σπάω κπ. στο ξύλο, τον δέρνω πολύ. σπάω τα μούτρα* / το κεφάλι* / τα παΐδια* / τα πλευρά* κάποιου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σπάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15