πλησιάζω  Verb  [plisiazo, plhsiazw]

Ähnliche Bedeutung wie πλησιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πλησιάζω

... μη λόγια γλώσσα. Οι απαρχές της χρήσης στη λογοτεχνία μιας γλώσσας που πλησιάζει την κοινή εντοπίζονται στον 12ο αι., σε κείμενα όπως ο Διγενής Ακρίτας ...

... Οι Επειοί, από το έπειμι= πλησιάζω, ακολουθώ, ήταν αρχαιοελληνικό φύλλο που κατοικούσε βορείως της Ήλιδας και μνημονεύονται από τον Όμηρο ως επώνυμοι του ...

... Ο Επειός (< επώνυμος του λαού των Επειών, ή και από το ἔπειμι (πλησιάζω, ακολουθώ), "αυτός που προχωράει") ήταν ο 3ος μυθικός βασιλιάς της αρχαίας Ήλιδας ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze etw in die Nähe von etw bringen

... fahre ich es um.“) teilen ‚zerteilen, aufteilen‘ z. B. die Alliierten teilten Deutschland auf. ‚etw. gemeinsam machen/erleben‘ z. B. er teilte diesen Moment ...

... Als Fix-up oder Fixup (englisch to fix sth. up, deutsch ‚etw. in Ordnung bringen‘) wird in der Literatur, vor allem im Bereich der Science-Fiction und ...

... wird von etwa 12 Millionen Menschen gesprochen, die vornehmlich (zu 95 Prozent) in Südafrika leben, vor allem Angehörige der Zulu. isiZulu wird in Südafrika ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΛΗΣΙΑΖΩ
I approach
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πλησιάζωπλησιάζουμε, πλησιάζομε
πλησιάζειςπλησιάζετε
πλησιάζειπλησιάζουν(ε)
Imper
fekt
πλησίαζαπλησιάζαμε
πλησίαζεςπλησιάζατε
πλησίαζεπλησίαζαν, πλησιάζαν(ε)
Aoristπλησίασαπλησιάσαμε
πλησίασεςπλησιάσατε
πλησίασεπλησίασαν, πλησιάσαν(ε)
Per
fect
έχω πλησιάσειέχουμε πλησιάσει
έχεις πλησιάσειέχετε πλησιάσει
έχει πλησιάσειέχουν πλησιάσει
Plu
per
fect
είχα πλησιάσειείχαμε πλησιάσει
είχες πλησιάσειείχατε πλησιάσει
είχε πλησιάσειείχαν πλησιάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πλησιάζωθα πλησιάζουμε, θα πλησιάζομε
θα πλησιάζειςθα πλησιάζετε
θα πλησιάζειθα πλησιάζουν(ε)
Fut
ur
θα πλησιάσωθα πλησιάσουμε, θα πλησιάζομε
θα πλησιάσειςθα πλησιάσετε
θα πλησιάσειθα πλησιάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πλησιάσειθα έχουμε πλησιάσει
θα έχεις πλησιάσειθα έχετε πλησιάσει
θα έχει πλησιάσειθα έχουν πλησιάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πλησιάζωνα πλησιάζουμε, να πλησιάζομε
να πλησιάζειςνα πλησιάζετε
να πλησιάζεινα πλησιάζουν(ε)
Aoristνα πλησιάσωνα πλησιάσουμε, να πλησιάσομε
να πλησιάσειςνα πλησιάσετε
να πλησιάσεινα πλησιάσουν(ε)
Perfνα έχω πλησιάσεινα έχουμε πλησιάσει
να έχεις πλησιάσεινα έχετε πλησιάσει
να έχει πλησιάσεινα έχουν πλησιάσει
Imper
ativ
Presπλησίαζεπλησιάζετε
Aoristπλησίασεπλησιάστε
Part
izip
Presπλησιάζοντας
Perfέχοντας πλησιάσει
InfinAoristπλησιάσει












Griechische Definition zu πλησιάζω

πλησιάζω [pdivsiázo] -ομαι : 1α. φέρνω, πηγαίνω κτ. κοντά σε κτ. άλλο. ANT απομακρύνω: Mην πλησιάζεις το χέρι σου στη μηχανή, γιατί κινδυνεύεις να στο κόψει. Πλησίασε τα πόδια του στη φωτιά για να ζεσταθούν. β. (μτφ.) φτάνω κοντά, αγγίζω: Tα λόγια σου πλησιάζουν τα όρια του θράσους. Tο πρόβλημα πλησιάζει στη λύση του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πλησιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15