πετυχαίνω  Verb  [peticheno, petyxainw]


Beispielsätze πετυχαίνω

... ομώνυμη συνδιάσκεψη, όπου προσπάθησε να επιβάλει τις ρωσικές απόψεις, πετυχαίνοντας την ακεραιότητα της Γαλλίας και την επιβολή συνταγματικής διακυβέρνησης ...

... Οκταβιανός κατάφερε να τον παραπλανήσει ώστε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, πετυχαίνοντας εύκολα το θάνατο του πιθανού ανταγωνιστή του. Τα παιδιά της Κλεοπάτρας ...

... Σαλαμίνας, η Σκεύη Αντωνίου, αναδείχθηκε πρώτη σκόρερ του πρωταθλήματος, πετυχαίνοντας 64 γκολ. Το σωματείο αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία του γυναικείου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze antreffen

... Siehe akutes Abdomen für Krankheiten, bei denen man einen Peritonismus antreffen kann. Roche Lexikon Medizin, 5. Aufl., Urban & Fischer 2003, Stichwort ...

... kurzen Zeitabständen mehrere erregende oder hemmende Potentiale im Neuron antreffen, so werden diese ebenfalls summiert und bei Übertreffen eines bestimmten ...

... Die Antrift, im Unterlauf Antreff genannt, ist ein 38,6 km langer, linker bzw. südwestlicher Zufluss der Schwalm in Hessen, Deutschland. Der Fluss ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΕΤΥΧΑΙΝΩ
I succeed
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πετυχαίνω, epitugxano">επιτυγχάνωπετυχαίνουμε
πετυχαίνειςπετυχαίνετε
πετυχαίνειπετυχαίνουν(ε)
Imper
fekt
πετύχαιναπετυχαίναμε
πετύχαινεςπετυχαίνατε
πετύχαινεπετύχαιναν, πετυχαίναν(ε)
Aoristπέτυχαπετύχαμε
πέτυχεςπετύχατε
πέτυχεπέτυχαν, πετύχαν(ε)
Per
fect
έχω πετύχειέχουμε πετύχει
έχεις πετύχειέχετε πετύχει
έχει πετύχειέχουν πετύχει
Plu
per
fect
είχα πετύχειείχαμε πετύχει
είχες πετύχειείχατε πετύχει
είχε πετύχειείχαν πετύχει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πετυχαίνωθα πετυχαίνουμε
θα πετυχαίνειςθα πετυχαίνετε
θα πετυχαίνειθα πετυχαίνουν(ε)
Fut
ur
θα πετύχωθα πετύχουμε
θα πετύχειςθα πετύχετε
θα πετύχειθα πετύχουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πετύχειθα έχουμε πετύχει
θα έχεις πετύχειθα έχετε πετύχει
θα έχει πετύχειθα έχουν πετύχει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πετυχαίνωνα πετυχαίνουμε
να πετυχαίνειςνα πετυχαίνετε
να πετυχαίνεινα πετυχαίνουν(ε)
Aoristνα πετύχωνα πετύχουμε
να πετύχειςνα πετύχετε
να πετύχεινα πετύχουν(ε)
Perfνα έχω πετύχεινα έχουμε πετύχει
να έχεις πετύχεινα έχετε πετύχει
να έχει πετύχεινα έχουν πετύχει
Imper
ativ
Presπετυχαίνεπετυχαίνετε
Aoristπέτυχεπετύχετε
Part
izip
Presπετυχαίνοντας
Perfέχοντας πετύχει
InfinAoristπετύχει
















Griechische Definition zu πετυχαίνω

πετυχαίνω [petixéno] Ρ αόρ. πέτυχα, απαρέμφ. πετύχει, μππ. πετυχημένος* : 1α. φτάνω στο επιδιωκόμενο, στο επιθυμητό αποτέλεσμα, χάρη στις προσπάθειες ή στις ικανότητές μου. ANT αποτυχαίνω: Πέτυχε στις εξετάσεις. Δεν πέτυχε να μπει στο πανεπιστήμιο, δεν τα κατάφερε. Είναι αποφασισμένος να πετύχει στη ζωή του. Δεν πέτυχε το πείραμα. πετυχαίνω το σκοπό μου. H ιδέα σου είναι καλή, μα δε νομίζω ότι θα πετύχει. || Δεν πέτυχε να εκλεγεί βουλευτής. Tελικά πέτυχαν να ανατρέψουν την κυβέρνη ση. Πέτυχε να διακριθεί στη δουλειά του. β. για κτ. του οποίου η έκβαση είναι η επιθυμητή, για κτ. που στέφεται από επιτυχία: Πέτυχε η εγχείρηση / η παράσταση. ΦΡ η εγχείρηση* πέτυχε αλλά ο ασθενής απέθανε. || για κτ. το οποίο εκτελείται καλά, που ολοκληρώνεται σωστά, όπως θα έπρε πε: Πέτυχε το γλυκό / το φουστάνι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πετυχαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15