erreichen
 Verb

καταφέρνω Verb
(5)
προλαβαίνω Verb
(0)
καταντίζω Verb
(0)
καταντήνω Verb
(0)
κατορθώνω Verb
(0)
επιτυγχάνω Verb
(0)
προφταίνω Verb
(0)
πετυχαίνω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Ich reise viel, wenn ich unterrichte, und ich bekomme nicht immer zu sehen wie meine Schüler ihren dritten Schritt erreichen, aber ich hatte bei Charlotte das Glück, bei ihr zu sehen, dass ihre Reise sich so entwickelte, wie sie es tat.Ταξιδεύω πολύ όταν διδάσκω, και δεν καταφέρνω πάντα να δω τους μαθητές μου να φτάσουν στο τρίτο βήμα, αλλά ήμουν τυχερή με την Σάρλοτ, που κατάφερα να δω το ταξίδι της να ξετυλίγεται έτσι.

Übersetzung nicht bestätigt

Was etwas wertvoll für mich macht, sind die Menschen, mit denen und für die ich arbeite, die Bedingungen, unter denen ich arbeite, und die Zielgruppen, die ich erreichen kann.Αυτό που κάνει κάτι αντάξιο για μένα είναι οι άνθρωποι για τους οποίους και με τους οποίους εργάζομαι, οι συνθήκες στις οποίες δουλεύω και το κοινό που καταφέρνω να αγγίξω.

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προλαβαίνω, prolambano">προλαμβάνωπρολαβαίνουμε, προλαβαίνομε
προλαβαίνειςπρολαβαίνετε
προλαβαίνειπρολαβαίνουν(ε)
Imper
fekt
προλάβαιναπρολαβαίναμε
προλάβαινεςπρολαβαίνατε
προλάβαινεπρολάβαιναν, προλαβαίναν(ε)
Aoristπρόλαβαπρολάβαμε
πρόλαβεςπρολάβατε
πρόλαβεπρόλαβαν, προλάβαν(ε)
Per
fekt
έχω προλάβειέχουμε προλάβει
έχεις προλάβειέχετε προλάβει
έχει προλάβειέχουν προλάβει
Plu
per
fekt
είχα προλάβειείχαμε προλάβει
είχες προλάβειείχατε προλάβει
είχε προλάβειείχαν προλάβει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προλαβαίνωθα προλαβαίνουμε, θα προλαβαίνομε
θα προλαβαίνειςθα προλαβαίνετε
θα προλαβαίνειθα προλαβαίνουν(ε)
Fut
ur
θα προλάβωθα προλάβουμε, θα προλάβομε
θα προλάβειςθα προλάβετε
θα προλάβειθα προλάβουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προλάβειθα έχουμε προλάβει
θα έχεις προλάβειθα έχετε προλάβει
θα έχει προλάβειθα έχουν προλάβει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προλαβαίνωνα προλαβαίνουμε, να προλαβαίνομε
να προλαβαίνειςνα προλαβαίνετε
να προλαβαίνεινα προλαβαίνουν(ε)
Aoristνα προλάβωνα προλάβουμε, να προλάβομε
να προλάβειςνα προλάβετε
να προλάβεινα προλάβουν(ε)
Perfνα έχω προλάβεινα έχουμε προλάβει
να έχεις προλάβεινα έχετε προλάβει
να έχει προλάβεινα έχουν προλάβει
Imper
ativ
Presπρολάβαινεπρολαβαίνετε
Aoristπρόλαβεπρολάβετε
Part
izip
Presπρολαβαίνοντας
Perfέχοντας προλάβει
InfinAoristπρολάβει



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
επιτυγχάνω, petuxaino">πετυχαίνωεπιτυγχάνουμε, πετυχαίνουμεεπιτυγχάνομαιεπιτυγχανόμαστε
επιτυγχάνεις, πετυχαίνειςεπιτυγχάνετε, πετυχαίνετεεπιτυγχάνεσαιεπιτυγχάνεστε
επιτυγχάνει, πετυχαίνειεπιτυγχάνουν(ε), πετυχαίνουν(ε)επιτυγχάνεταιεπιτυγχάνονται
Imper
fekt
επιτύγχανα, πετύχαιναεπιτυγχάναμε, πετυχαίναμε
επιτύγχανες, πετύχαινεςεπιτυγχάνατε, πετυχαίνατε
επιτύγχανε, πετύχαινεεπιτυγχάναν, πετύχαιναν, πετυχαίναν(ε)(επιτυγχανόταν)(επιτυγχάνονταν)
Aoristεπέτυχα, πέτυχαπετύχαμε, πετύχαμεεπιτεύχθηκαεπιτευχθήκαμε
επέτυχες, πέτυχεςπετύχατε, πετύχατεεπιτεύχθηκεςεπιτευχθήκατε
επέτυχε, πέτυχεεπέτυχαν, πέτυχαν, πετύχαν(ε)επιτεύχθηκεεπιτεύχθηκαν, επιτευχθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω επιτύχει
έχω πετύχει
έχουμε επιτύχει
έχουμε πετύχει
έχω επιτευχθείέχουμε επιτευχθεί
έχεις επιτύχει
έχεις πετύχει
έχετε επιτύχει
έχετε πετύχει
έχεις επιτευχθείέχετε επιτευχθεί
έχει επιτύχει
έχει πετύχει
έχουν επιτύχει
έχουν πετύχει
έχει επιτευχθείέχουν επιτευχθεί
Plu
per
fekt
είχα επιτύχει
είχα πετύχει
είχαμε επιτύχει
είχαμε πετύχει
είχα επιτευχθείείχαμε επιτευχθεί
είχες επιτύχει
είχες πετύχει
είχατε επιτύχει
είχατε πετύχει
είχες επιτευχθείείχατε επιτευχθεί
είχε επιτύχει
είχε πετύχει
είχαν επιτύχει
είχαν πετύχει
είχε επιτευχθείείχαν επιτευχθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα επιτυγχάνω, θα πετυχαίνωθα επιτυγχάνουμε, θα πετυχαίνουμεθα επιτυγχάνομαιθα επιτυγχανόμαστε
θα επιτυγχάνεις, θα πετυχαίνειςθα επιτυγχάνετε, θα πετυχαίνετεθα επιτυγχάνεσαιθα επιτυγχάνεστε
θα επιτυγχάνει, θα πετυχαίνειθα επιτυγχάνουν(ε), θα πετυχαίνουν(ε)θα επιτυγχάνεταιθα επιτυγχάνονται
Fut
ur
θα επιτύχω, θα πετύχωθα επιτύχουμε, θα πετύχουμεθα επιτευχθώθα επιτευχθούμε
θα επιτύχεις, θα πετύχειςθα επιτύχετε, θα πετύχετεθα επιτευχθείςθα επιτευχθείτε
θα επιτύχει, θα πετύχειθα επιτύχουν(ε), θα πετύχουν(ε)θα επιτευχθείθα επιτευχθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επιτύχει
θα έχω πετύχει
θα έχουμε επιτύχει
θα έχουμε πετύχει
θα έχω επιτευχθείθα έχουμε επιτευχθεί
θα έχεις επιτύχει
θα έχεις πετύχει
θα έχετε επιτύχει
θα έχετε πετύχει
θα έχεις επιτευχθείθα έχετε επιτευχθεί
θα έχει επιτύχει
θα έχει πετύχει
θα έχουν επιτύχει
θα έχουν πετύχει
θα έχει επιτευχθείθα έχουν επιτευχθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να επιτυγχάνω, να πετυχαίνωνα επιτυγχάνουμε, να πετυχαίνουμενα επιτυγχάνομαινα επιτυγχανόμαστε
να επιτυγχάνεις, να πετυχαίνειςνα επιτυγχάνετε, να πετυχαίνετενα επιτυγχάνεσαινα επιτυγχάνεστε
να επιτυγχάνει, να πετυχαίνεινα επιτυγχάνουν(ε), να πετυχαίνουν(ε)να επιτυγχάνεταινα επιτυγχάνονται
Aoristνα επιτύχω, να πετύχωνα επιτύχουμε, να πετύχουμενα επιτευχθώνα επιτευχθούμε
να επιτύχεις, να πετύχειςνα επιτύχετε, να πετύχετενα επιτευχθείςνα επιτευχθείτε
να επιτύχει, να πετύχεινα επιτύχουν(ε), να πετύχουν(ε)να επιτευχθείνα επιτευχθούν(ε)
Perfνα έχω επιτύχει
να έχω πετύχει
να έχουμε επιτύχει
να έχουμε πετύχει
να έχω επιτευχθείνα έχουμε επιτευχθεί
να έχεις επιτύχει
να έχεις πετύχει
να έχετε επιτύχει
να έχετε πετύχει
να έχεις επιτευχθείνα έχετε επιτευχθεί
να έχει επιτύχει
να έχει πετύχει
να έχουν επιτύχει
να έχουν πετύχει
να έχει επιτευχθείνα έχουν επιτευχθεί
Imper
ativ
Presεπιτύγχανε, πετύχαινεεπιτυγχάνετε, πετυχαίνετεεπιτυγχάνεστε
Aoristπέτυχεεπιτύχετε, πετύχετεεπιτευχθείτε
Part
izip
Presεπιτυγχάνοντας/πετυχαίνονταςεπιτυγχανόμενος
Perfέχοντας επιτύχει, έχοντας πετύχειεπιτυχημένος, -η, -οεπιτυχημένοι, -ες, -α
InfinAoristεπιτύχει, πετύχειεπιτευχθεί




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προφταίνω →ftano">φτάνωπροφταίνουμε, προφταίνομε
προφταίνειςπροφταίνετε
προφταίνειπροφταίνουν(ε)
Imper
fekt
πρόφταιναπροφταίναμε
πρόφταινεςπροφταίνατε
πρόφταινεπρόφταιναν, προφταίναν(ε)
Aoristπρόφτασαπροφτάσαμε
πρόφτασεςπροφτάσατε
πρόφτασεπρόφτασαν, προφτάσαν(ε)
Per
fekt
έχω προφτάσειέχουμε προφτάσει
έχεις προφτάσειέχετε προφτάσει
έχει προφτάσειέχουν προφτάσει
Plu
per
fekt
είχα προφτάσειείχαμε προφτάσει
είχες προφτάσειείχατε προφτάσει
είχε προφτάσειείχαν προφτάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προφταίνωθα προφταίνουμε, θα προφταίνομε
θα προφταίνειςθα προφταίνετε
θα προφταίνειθα προφταίνουν(ε)
Fut
ur
θα προφτάσωθα προφτάσουμε, θα προφτάσομε
θα προφτάσειςθα προφτάσετε
θα προφτάσειθα προφτάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προφτάσειθα έχουμε προφτάσει
θα έχεις προφτάσειθα έχετε προφτάσει
θα έχει προφτάσειθα έχουν προφτάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προφταίνωνα προφταίνουμε, να προφταίνομε
να προφταίνειςνα προφταίνετε
να προφταίνεινα προφταίνουν(ε)
Aoristνα προφτάσωνα προφτάσουμε, να προφτάσομε
να προφτάσειςνα προφτάσετε
να προφτάσεινα προφτάσουν(ε)
Perfνα έχω προφτάσεινα έχουμε προφτάσει
να έχεις προφτάσεινα έχετε προφτάσει
να έχει προφτάσεινα έχουν προφτάσει
Imper
ativ
Presπρόφταινεπροφταίνετε
Aoristπρόφτασεπροφτάστε
Part
izip
Presπροφταίνοντας
Perfέχοντας προφτάσει
InfinAoristπροφτάσει



Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πετυχαίνω, epitugxano">επιτυγχάνωπετυχαίνουμε
πετυχαίνειςπετυχαίνετε
πετυχαίνειπετυχαίνουν(ε)
Imper
fekt
πετύχαιναπετυχαίναμε
πετύχαινεςπετυχαίνατε
πετύχαινεπετύχαιναν, πετυχαίναν(ε)
Aoristπέτυχαπετύχαμε
πέτυχεςπετύχατε
πέτυχεπέτυχαν, πετύχαν(ε)
Per
fekt
έχω πετύχειέχουμε πετύχει
έχεις πετύχειέχετε πετύχει
έχει πετύχειέχουν πετύχει
Plu
per
fekt
είχα πετύχειείχαμε πετύχει
είχες πετύχειείχατε πετύχει
είχε πετύχειείχαν πετύχει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πετυχαίνωθα πετυχαίνουμε
θα πετυχαίνειςθα πετυχαίνετε
θα πετυχαίνειθα πετυχαίνουν(ε)
Fut
ur
θα πετύχωθα πετύχουμε
θα πετύχειςθα πετύχετε
θα πετύχειθα πετύχουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πετύχειθα έχουμε πετύχει
θα έχεις πετύχειθα έχετε πετύχει
θα έχει πετύχειθα έχουν πετύχει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πετυχαίνωνα πετυχαίνουμε
να πετυχαίνειςνα πετυχαίνετε
να πετυχαίνεινα πετυχαίνουν(ε)
Aoristνα πετύχωνα πετύχουμε
να πετύχειςνα πετύχετε
να πετύχεινα πετύχουν(ε)
Perfνα έχω πετύχεινα έχουμε πετύχει
να έχεις πετύχεινα έχετε πετύχει
να έχει πετύχεινα έχουν πετύχει
Imper
ativ
Presπετυχαίνεπετυχαίνετε
Aoristπέτυχεπετύχετε
Part
izip
Presπετυχαίνοντας
Perfέχοντας πετύχει
InfinAoristπετύχει

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback