προλαβαίνω Verb  [prolaveno, prolabainw]

schaffen (ugs.)
  Verb
(3)
  Verb
(0)
(0)
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu προλαβαίνω

προλαβαίνω altgriechisch προλαμβάνω πρό + λαμβάνω


GriechischDeutsch
Έχω μια σημαντική συνέντευξη, αλλά προλαβαίνω το τελευταίο σόου.Ich habe eine Konferenz, ich könnte es zur letzten Vorstellung schaffen.

Übersetzung nicht bestätigt

Αν φύγω τώρα, προλαβαίνω.Wenn ich jetzt losfahre, kann ich es noch schaffen.

Übersetzung nicht bestätigt

Ούτε στο αμάξι δεν προλαβαίνω να πάω.Ich würd's nicht von hier bis zum Auto schaffen.

Übersetzung nicht bestätigt



Grammatik

Grammatik zu προλαβαίνω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προλαβαίνω, prolambano">προλαμβάνωπρολαβαίνουμε, προλαβαίνομε
προλαβαίνειςπρολαβαίνετε
προλαβαίνειπρολαβαίνουν(ε)
Imper
fekt
προλάβαιναπρολαβαίναμε
προλάβαινεςπρολαβαίνατε
προλάβαινεπρολάβαιναν, προλαβαίναν(ε)
Aoristπρόλαβαπρολάβαμε
πρόλαβεςπρολάβατε
πρόλαβεπρόλαβαν, προλάβαν(ε)
Per
fekt
έχω προλάβειέχουμε προλάβει
έχεις προλάβειέχετε προλάβει
έχει προλάβειέχουν προλάβει
Plu
per
fekt
είχα προλάβειείχαμε προλάβει
είχες προλάβειείχατε προλάβει
είχε προλάβειείχαν προλάβει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προλαβαίνωθα προλαβαίνουμε, θα προλαβαίνομε
θα προλαβαίνειςθα προλαβαίνετε
θα προλαβαίνειθα προλαβαίνουν(ε)
Fut
ur
θα προλάβωθα προλάβουμε, θα προλάβομε
θα προλάβειςθα προλάβετε
θα προλάβειθα προλάβουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προλάβειθα έχουμε προλάβει
θα έχεις προλάβειθα έχετε προλάβει
θα έχει προλάβειθα έχουν προλάβει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προλαβαίνωνα προλαβαίνουμε, να προλαβαίνομε
να προλαβαίνειςνα προλαβαίνετε
να προλαβαίνεινα προλαβαίνουν(ε)
Aoristνα προλάβωνα προλάβουμε, να προλάβομε
να προλάβειςνα προλάβετε
να προλάβεινα προλάβουν(ε)
Perfνα έχω προλάβεινα έχουμε προλάβει
να έχεις προλάβεινα έχετε προλάβει
να έχει προλάβεινα έχουν προλάβει
Imper
ativ
Presπρολάβαινεπρολαβαίνετε
Aoristπρόλαβεπρολάβετε
Part
izip
Presπρολαβαίνοντας
Perfέχοντας προλάβει
InfinAoristπρολάβει











Griechische Definition zu προλαβαίνω

προλαβαίνω [prolavéno] -ομαι Ρ αόρ. πρόλαβα, απαρέμφ. προλάβει, (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) : 1α. φτάνω κάπου (ή κπ. ή κτ.) εγκαίρως: Tην τελευταία στιγμή προλάβαμε το τρένο / το λεωφορείο / το αεροπλάνο. Έτρεξα και τον πρόλαβα λίγο πριν φύγει. β. φτάνω κπ. που προπορεύεται: Ξεκινήστε εσείς και θα σας προλάβουμε. Tον πρόλαβε στη στροφή. Περπάτα αργά για να σε προλαβαίνω. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback