προλαβαίνω  Verb  [prolaveno, prolabainw]

Ähnliche Bedeutung wie προλαβαίνω


Beispielsätze προλαβαίνω

... Παντελής Θαλασσινός, ο Μάρκος Κούμαρης από τους Locomondo στο τραγούδι «Δεν προλαβαίνω», η Μάρθα Μορελεόν (Martha Moreleon) και η Γκαμπριέλα Τόρρες (Gabriela ...

... αμύνονταν γενναία. Ο Καραϊσκάκης έστησε σκοπιές στους γύρω δρόμους, προλαβαίνοντας τις ενισχύσεις των Τούρκων που ήρθαν έφιπποι, και τους αναχαίτισε. Για ...

... πλησίασε το Δημήτριο και παρακάλεσε πολλές φορές να της δοθεί ακρόαση. «Δεν προλαβαίνω», είπε ο Δημήτριος, για να εισπράξει την απάντηση «Τότε μη βασιλεύεις» ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zuvorkommen

... Tom ersann eine Möglichkeit, wie er Maria doch noch zuvorkommen konnte. ...

... Der Premierminister sagte, dass er dem Abschlussbericht des Untersuchungsausschusses nicht zuvorkommen und nicht einen politischen Kurswechsel in die Wege leiten wolle, ehe dessen Empfehlungen vorlägen. ...

... oder tatsächlich drohenden Angriff eines Gegners zuvorkommen und diesen vereiteln soll, also eine Offensive in defensiver Absicht.Das moderne Kriegsvölkerrecht ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ
I prevent
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προλαβαίνω, prolambano">προλαμβάνωπρολαβαίνουμε, προλαβαίνομε
προλαβαίνειςπρολαβαίνετε
προλαβαίνειπρολαβαίνουν(ε)
Imper
fekt
προλάβαιναπρολαβαίναμε
προλάβαινεςπρολαβαίνατε
προλάβαινεπρολάβαιναν, προλαβαίναν(ε)
Aoristπρόλαβαπρολάβαμε
πρόλαβεςπρολάβατε
πρόλαβεπρόλαβαν, προλάβαν(ε)
Per
fect
έχω προλάβειέχουμε προλάβει
έχεις προλάβειέχετε προλάβει
έχει προλάβειέχουν προλάβει
Plu
per
fect
είχα προλάβειείχαμε προλάβει
είχες προλάβειείχατε προλάβει
είχε προλάβειείχαν προλάβει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προλαβαίνωθα προλαβαίνουμε, θα προλαβαίνομε
θα προλαβαίνειςθα προλαβαίνετε
θα προλαβαίνειθα προλαβαίνουν(ε)
Fut
ur
θα προλάβωθα προλάβουμε, θα προλάβομε
θα προλάβειςθα προλάβετε
θα προλάβειθα προλάβουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προλάβειθα έχουμε προλάβει
θα έχεις προλάβειθα έχετε προλάβει
θα έχει προλάβειθα έχουν προλάβει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προλαβαίνωνα προλαβαίνουμε, να προλαβαίνομε
να προλαβαίνειςνα προλαβαίνετε
να προλαβαίνεινα προλαβαίνουν(ε)
Aoristνα προλάβωνα προλάβουμε, να προλάβομε
να προλάβειςνα προλάβετε
να προλάβεινα προλάβουν(ε)
Perfνα έχω προλάβεινα έχουμε προλάβει
να έχεις προλάβεινα έχετε προλάβει
να έχει προλάβεινα έχουν προλάβει
Imper
ativ
Presπρολάβαινεπρολαβαίνετε
Aoristπρόλαβεπρολάβετε
Part
izip
Presπρολαβαίνοντας
Perfέχοντας προλάβει
InfinAoristπρολάβει










Griechische Definition zu προλαβαίνω

προλαβαίνω [prolavéno] -ομαι Ρ αόρ. πρόλαβα, απαρέμφ. προλάβει, (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) : 1α. φτάνω κάπου (ή κπ. ή κτ.) εγκαίρως: Tην τελευταία στιγμή προλάβαμε το τρένο / το λεωφορείο / το αεροπλάνο. Έτρεξα και τον πρόλαβα λίγο πριν φύγει. β. φτάνω κπ. που προπορεύεται: Ξεκινήστε εσείς και θα σας προλάβουμε. Tον πρόλαβε στη στροφή. Περπάτα αργά για να σε προλαβαίνω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προλαβαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15