πατώ  Verb  [pato, patw]


Beispielsätze πατώ

... στερεολιθογραφία ή 3Δ εκτύπωση, καθώς κάλυπτε κάθε υλικό ικανό προς στερεοποίηση ή ικανό να μεταβάλει τη φυσική του κατάσταση. Από τότε βέβαια η 3Δ εκτύπωση διένυσε ...

... Τραπέζης» με απόφαση του γενικού συμβουλίου της τράπεζας με αρχικό σκοπό την εκτύπωση χαρτονομισμάτων και τίτλων αξιών του δημοσίου. Παρόλο που η ανέγερση του ...

... "Ατλαντίδα", πούλησε γύρω στο ένα εκατομμύριο αντίτυπα). Η πολύ προσεγμένη τους εκτύπωση, η τετραχρωμία, αλλά και το πρωτοφανές για την Ελλάδα ενός αναγνώσματος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze drücken

... Können Sie mir sagen, auf welchen Knopf ich drücken muss? ...

... Die beiden Gedichte drücken das menschliche Leid aus. ...

... Bitte drücken Sie auf den Buzzer. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, xtofu80

Grammatik


ΠΑΤΩ
I tread
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πατάω, πατώπατάμε, πατούμεπατιέμαιπατιόμαστε
πατάςπατάτεπατιέσαιπατιέστε, πατιόσαστε
πατάει, πατάπατάν(ε), πατούν(ε)πατιέταιπατιούνται, πατιόνται
Imper
fekt
πατούσα, πάταγαπατούσαμε, πατάγαμεπατιόμουν(α)πατιόμαστε, πατιόμασταν
πατούσες, πάταγεςπατούσατε, πατάγατεπατιόσουν(α)πατιόσαστε, πατιόσασταν
πατούσε, πάταγεπατούσαν(ε), πάταγαν, πατάγανεπατιόταν(ε)πατιόνταν(ε), πατιούνταν, πατιόντουσαν
Aoristπάτησαπατήσαμεπατήθηκαπατηθήκαμε
πάτησεςπατήσατεπατήθηκεςπατηθήκατε
πάτησεπάτησαν, πατήσαν(ε)πατήθηκεπατήθηκαν, πατηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω πατήσει
έχω πατημένο
έχουμε πατήσει
έχουμε πατημένο
έχω πατηθεί
είμαι πατημένος, -η
έχουμε πατηθεί
είμαστε πατημένοι, -ες
έχεις πατήσει
έχεις πατημένο
έχετε πατήσει
έχετε πατημένο
έχεις πατηθεί
είσαι πατημένος, -η
έχετε πατηθεί
είστε πατημένοι, -ες
έχει πατήσει
έχει πατημένο
έχουν πατήσει
έχουν πατημένο
έχει πατηθεί
είναι πατημένος, -η, -ο
έχουν πατηθεί
είναι πατημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα πατήσει
είχα πατημένο
είχαμε πατήσει
είχαμε πατημένο
είχα πατηθεί
ήμουν πατημένος, -η
είχαμε πατηθεί
ήμαστε πατημένοι, -ες
είχες πατήσει
είχες πατημένο
είχατε πατήσει
είχατε πατημένο
είχες πατηθεί
ήσουν πατημένος, -η
είχατε πατηθεί
ήσαστε πατημένοι, -ες
είχε πατήσει
είχε πατημένο
είχαν πατήσει
είχαν πατημένο
είχε πατηθεί
ήταν πατημένος, -η, -ο
είχαν πατηθεί
ήταν πατημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πατάω, θα πατώθα πατάμε, θα πατούμεθα πατιέμαιθα πατιόμαστε
θα πατάςθα πατάτεθα πατιέσαιθα πατιέστε, θα πατιόσαστε
θα πατάει, θα πατάθα πατάν(ε), θα πατούν(ε)θα πατιέταιθα πατιούνται, θα πατιόνται
Fut
ur
θα πατήσωθα πατήσουμε, θα πατήσομεθα πατηθώθα πατηθούμε
θα πατήσειςθα πατήσετεθα πατηθείςθα πατηθείτε
θα πατήσειθα πατήσουν(ε)θα πατηθείθα πατηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πατήσει
θα έχω πατημένο
θα έχουμε πατήσει
θα έχουμε πατημένο
θα έχω πατηθεί
θα είμαι πατημένος, -η
θα έχουμε πατηθεί
θα είμαστε πατημένοι, -ες
θα έχεις πατήσει
θα έχεις πατημένο
θα έχετε πατήσει
θα έχετε πατημένο
θα έχεις πατηθεί
θα είσαι πατημένος, -η
θα έχετε πατηθεί
θα είστε πατημένοι, -ες
θα έχει πατήσει
θα έχει πατημένο
θα έχουν πατήσει
θα έχουν πατημένο
θα έχει πατηθεί
θα είναι πατημένος, -η, -ο
θα έχουν πατηθεί
θα είναι πατημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πατάω, να πατώνα πατάμε, να πατούμενα πατιέμαινα πατιόμαστε
να πατάςνα πατάτενα πατιέσαινα πατιέστε, να πατιόσαστε
να πατάει, να πατάνα πατάν(ε), να πατούν(ε)να πατιέταινα πατιούνται, να πατιόνται
Aoristνα πατήσωνα πατήσουμε, να πατήσομενα πατηθώνα πατηθούμε
να πατήσειςνα πατήσετενα πατηθείςνα πατηθείτε
να πατήσεινα πατήσουν(ε)να πατηθείνα πατηθούν(ε)
Perfνα έχω πατήσει
να έχω πατημένο
να έχουμε πατήσει
να έχουμε πατημένο
να έχω πατηθεί
να είμαι πατημένος, -η
να έχουμε πατηθεί
να είμαστε πατημένοι, -ες
να έχεις πατήσει
να έχεις πατημένο
να έχετε πατήσει
να έχετε πατημένο
να έχεις πατηθεί
να είσαι πατημένος, -η
να έχετε πατηθεί
να είστε πατημένοι, -η
να έχει πατήσει
να έχει πατημένο
να έχουν πατήσει
να έχουν πατημένο
να έχει πατηθεί
να είναι πατημένος, -η, -ο
να έχουν πατηθεί
να είναι πατημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπάτα, πάταγεπατάτεπατιέστε
Aoristπάτησε, πάταπατήστεπατήσουπατηθείτε
Part
izip
Presπατώντας
Perfέχοντας πατήσει, έχοντας πατημένοπατημένος, -η, -οπατημένοι, -ες, -α
InfinAoristπατήσειπατηθεί











Person Wortform
Präsens ich trete
du trittst
er, sie, es tritt
Präteritum ich trat
Konjunktiv II ich träte
Imperativ Singular tritt!
Plural tretet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
getreten haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:treten


Griechische Definition zu πατώ

πατώ [pató] & -άω, -ιέμαι : 1α. βάζω τα πέλματα των ποδιών μου πάνω σε κτ. και στηρίζομαι ή περπατώ: Mην πατάς στις λάσπες. Πρόσεχε πού πατάς. Mην πατάς ξυπόλυτος. Πατάω στις μύτες* των ποδιών μου. (έκφρ.) πατάει γερά στη γη*. όσο πατάει η γάτα / το πόδι της μύγας, πάρα πολύ λίγο, ελάχιστα (συχνά για χώρο, έκταση). β. έρχομαι, πηγαίνω ή εμφανίζομαι κάπου (συνήθ. σε αρνητικές προτάσεις): Δεν πατάει στην εκκλησία. Ούτε που τόλμησε να πατήσει από δω. Aπ΄ το πρωί δεν πάτησε πελάτης στο μαγαζί. (έκφρ.) πατώ το πόδι μου κάπου, πηγαίνω, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι κάπου: Έχει τρεις μήνες να πατήσει το πόδι του στη δουλειά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πατώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15