stampfen
 Verb

τρίβω Verb
(0)
πατώ Verb
(0)
κοπανίζω Verb
(0)
ποδοπατώ Verb
(0)
σκαμπανεβάζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Wir stampfen sie in den Boden.-Θα τους πατήσουμε.

Übersetzung nicht bestätigt

Orpheus und sein Führer stampfen voran, bei jedem Schritt zurückgedrängt und vorwärts getrieben von einem starken und unerklärlichen Atem.Ο Ορφέας και ο οδηγός του συνεχίζουν, πότε εμποδισμένοι και πότε σπρωγμένοι από μία μεγάλη ανεξήγητη πνοή.

Übersetzung nicht bestätigt

Sie sollten ihr beibringen, zu husten oder zu stampfen.Θα έπρεπε να την μάθεις να βήχει και να κτυπά τα πόδια της.

Übersetzung nicht bestätigt

Eine Horde so mächtig, dass unter dem stampfen unserer Rösser die Erde erbeben und erzittern wird!Τόσο ισχυρές ορδές, με τον υπόκοφο ήχο των αλόγων, θα ταρακουνήσουν τον κόσμο!

Übersetzung nicht bestätigt

Kann ich nicht mal die Kartoffeln stampfen?Μπορώ τουλάχιστον να λιώσω τις πατάτες;

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρίβωτρίβουμε, τρίβομετρίβομαιτριβόμαστε
τρίβειςτρίβετετρίβεσαιτρίβεστε, τριβόσαστε
τρίβειτρίβουν(ε)τρίβεταιτρίβονται
Imper
fekt
έτριβατρίβαμετριβόμουν(α)τριβόμαστε, τριβόμασταν
έτριβεςτρίβατετριβόσουν(α)τριβόσαστε, τριβόσασταν
έτριβεέτριβαν, τρίβαν(ε)τριβόταν(ε)τρίβονταν, τριβόντανε, τριβόντουσαν
Aoristέτριψατρίψαμετρίφτηκατριφτήκαμε
έτριψεςτρίψατετρίφτηκεςτριφτήκατε
έτριψεέτριψαν, τρίψαν(ε)τρίφτηκετρίφτηκαν, τριφτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω τρίψει
έχω τριμμένο
έχουμε τρίψει
έχουμε τριμμένο
έχω τριφτεί
είμαι τριμμένος, -η
έχουμε τριφτεί
είμαστε τριμμένοι, -ες
έχεις τρίψει
έχεις τριμμένο
έχετε τρίψει
έχεις τριμμένο
έχεις τριφτεί
είσαι τριμμένος, -η
έχετε τριφτεί
είστε τριμμένοι, -ες
έχει τρίψει
έχει τριμμένο
έχουν τρίψει
έχουν τριμμένο
έχει τριφτεί
είναι τριμμένος, -η, -ο
έχουν τριφτεί
είναι τριμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα τρίψει
είχα τριμμένο
είχαμε τρίψει
είχαμε τριμμένο
είχα τριφτεί
ήμουν τριμμένος, -η
είχαμε τριφτεί
ήμαστε τριμμένοι, -ες
είχες τρίψει
είχες τριμμένο
είχατε τρίψει
είχατε τριμμένο
είχες τριφτεί
ήσουν τριμμένος, -η
είχατε τριφτεί
ήσαστε τριμμένοι, -ες
είχε τρίψει
είχε τριμμένο
είχαν τρίψει
είχαν τριμμένο
είχε τριφτεί
ήταν τριμμένος, -η, -ο
είχαν τριφτεί
ήταν τριμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρίβωθα τρίβουμε, θα τρίβομεθα τρίβομαιθα τριβόμαστε
θα τρίβειςθα τρίβετεθα τρίβεσαιθα τρίβεστε, θα τριβόσαστε
θα τρίβειθα τρίβουν(ε)θα τρίβεταιθα τρίβονται
Fut
ur
θα τρίψωθα τρίψουμε, θα τρίψομεθα τριφτώθα τριφτούμε
θα τρίψειςθα τρίψετεθα τριφτείςθα τριφτείτε
θα τρίψειθα τρίψουν(ε)θα τριφτείθα τριφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τρίψει
θα έχω τριμμένο
θα έχουμε τρίψει
θα έχουμε τριμμένο
θα έχω τριφτεί
θα είμαι τριμμένος, -η
θα έχουμε τριφτεί
θα είμαστε τριμμένοι, -ες
θα έχεις τρίψει
θα έχεις τριμμένο
θα έχετε τρίψει
θα έχετε τριμμένο
θα έχεις τριφτεί
θα είσαι τριμμένος, -η
θα έχετε τριφτεί
θα είστε τριμμένοι, -ες
θα έχει τρίψει
θα έχει τριμμένο
θα έχουν τρίψει
θα έχουν τριμμένο
θα έχει τριφτεί
θα είναι τριμμένος, -η, -ο
θα έχουν τριφτεί
θα είναι τριμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τρίβωνα τρίβουμε, να τρίβομενα τρίβομαινα τριβόμαστε
να τρίβειςνα τρίβετενα τρίβεσαινα τρίβεστε, να τριβόσαστε
να τρίβεινα τρίβουν(ε)να τρίβεταινα τρίβονται
Aoristνα τρίψωνα τρίψουμε, να τρίψομενα τριφτώνα τριφτούμε
να τρίψειςνα τρίψετενα τριφτείςνα τριφτείτε
να τρίψεινα τρίψουν(ε)να τριφτείνα τριφτούν(ε)
Perfνα έχω τρίψει
να έχω τριμμένο
να έχουμε τρίψει
να έχουμε τριμμένο
να έχω τριφτεί
να είμαι τριμμένος, -η
να έχουμε τριφτεί
να είμαστε τριμμένοι, -ες
να έχεις τρίψει
να έχεις τριμμένο
να έχετε τρίψει
να έχετε τριμμένο
να έχεις τριφτεί
να είσαι τριμμένος, -η
να έχετε τριφτεί
να είστε τριμμένοι, -ες
να έχει τρίψει
να έχει τριμμένο
να έχουν τρίψει
να έχουν τριμμένο
να έχει τριφτεί
να είναι τριμμένος, -η, -ο
να έχουν τριφτεί
να είναι τριμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτρίβετρίβετετρίβεστε
Aoristτρίψετρίψτε, τρίφτετρίψουτριφτείτε
Part
izip
Presτρίβοντας
Perfέχοντας τρίψει, έχοντας τριμμένοτριμμένος, -η, -οτριμμένοι, -ες, -α
InfinAoristτρίψειτριφτεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πατάω, πατώπατάμε, πατούμεπατιέμαιπατιόμαστε
πατάςπατάτεπατιέσαιπατιέστε, πατιόσαστε
πατάει, πατάπατάν(ε), πατούν(ε)πατιέταιπατιούνται, πατιόνται
Imper
fekt
πατούσα, πάταγαπατούσαμε, πατάγαμεπατιόμουν(α)πατιόμαστε, πατιόμασταν
πατούσες, πάταγεςπατούσατε, πατάγατεπατιόσουν(α)πατιόσαστε, πατιόσασταν
πατούσε, πάταγεπατούσαν(ε), πάταγαν, πατάγανεπατιόταν(ε)πατιόνταν(ε), πατιούνταν, πατιόντουσαν
Aoristπάτησαπατήσαμεπατήθηκαπατηθήκαμε
πάτησεςπατήσατεπατήθηκεςπατηθήκατε
πάτησεπάτησαν, πατήσαν(ε)πατήθηκεπατήθηκαν, πατηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω πατήσει
έχω πατημένο
έχουμε πατήσει
έχουμε πατημένο
έχω πατηθεί
είμαι πατημένος, -η
έχουμε πατηθεί
είμαστε πατημένοι, -ες
έχεις πατήσει
έχεις πατημένο
έχετε πατήσει
έχετε πατημένο
έχεις πατηθεί
είσαι πατημένος, -η
έχετε πατηθεί
είστε πατημένοι, -ες
έχει πατήσει
έχει πατημένο
έχουν πατήσει
έχουν πατημένο
έχει πατηθεί
είναι πατημένος, -η, -ο
έχουν πατηθεί
είναι πατημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα πατήσει
είχα πατημένο
είχαμε πατήσει
είχαμε πατημένο
είχα πατηθεί
ήμουν πατημένος, -η
είχαμε πατηθεί
ήμαστε πατημένοι, -ες
είχες πατήσει
είχες πατημένο
είχατε πατήσει
είχατε πατημένο
είχες πατηθεί
ήσουν πατημένος, -η
είχατε πατηθεί
ήσαστε πατημένοι, -ες
είχε πατήσει
είχε πατημένο
είχαν πατήσει
είχαν πατημένο
είχε πατηθεί
ήταν πατημένος, -η, -ο
είχαν πατηθεί
ήταν πατημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πατάω, θα πατώθα πατάμε, θα πατούμεθα πατιέμαιθα πατιόμαστε
θα πατάςθα πατάτεθα πατιέσαιθα πατιέστε, θα πατιόσαστε
θα πατάει, θα πατάθα πατάν(ε), θα πατούν(ε)θα πατιέταιθα πατιούνται, θα πατιόνται
Fut
ur
θα πατήσωθα πατήσουμε, θα πατήσομεθα πατηθώθα πατηθούμε
θα πατήσειςθα πατήσετεθα πατηθείςθα πατηθείτε
θα πατήσειθα πατήσουν(ε)θα πατηθείθα πατηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πατήσει
θα έχω πατημένο
θα έχουμε πατήσει
θα έχουμε πατημένο
θα έχω πατηθεί
θα είμαι πατημένος, -η
θα έχουμε πατηθεί
θα είμαστε πατημένοι, -ες
θα έχεις πατήσει
θα έχεις πατημένο
θα έχετε πατήσει
θα έχετε πατημένο
θα έχεις πατηθεί
θα είσαι πατημένος, -η
θα έχετε πατηθεί
θα είστε πατημένοι, -ες
θα έχει πατήσει
θα έχει πατημένο
θα έχουν πατήσει
θα έχουν πατημένο
θα έχει πατηθεί
θα είναι πατημένος, -η, -ο
θα έχουν πατηθεί
θα είναι πατημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πατάω, να πατώνα πατάμε, να πατούμενα πατιέμαινα πατιόμαστε
να πατάςνα πατάτενα πατιέσαινα πατιέστε, να πατιόσαστε
να πατάει, να πατάνα πατάν(ε), να πατούν(ε)να πατιέταινα πατιούνται, να πατιόνται
Aoristνα πατήσωνα πατήσουμε, να πατήσομενα πατηθώνα πατηθούμε
να πατήσειςνα πατήσετενα πατηθείςνα πατηθείτε
να πατήσεινα πατήσουν(ε)να πατηθείνα πατηθούν(ε)
Perfνα έχω πατήσει
να έχω πατημένο
να έχουμε πατήσει
να έχουμε πατημένο
να έχω πατηθεί
να είμαι πατημένος, -η
να έχουμε πατηθεί
να είμαστε πατημένοι, -ες
να έχεις πατήσει
να έχεις πατημένο
να έχετε πατήσει
να έχετε πατημένο
να έχεις πατηθεί
να είσαι πατημένος, -η
να έχετε πατηθεί
να είστε πατημένοι, -η
να έχει πατήσει
να έχει πατημένο
να έχουν πατήσει
να έχουν πατημένο
να έχει πατηθεί
να είναι πατημένος, -η, -ο
να έχουν πατηθεί
να είναι πατημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπάτα, πάταγεπατάτεπατιέστε
Aoristπάτησε, πάταπατήστεπατήσουπατηθείτε
Part
izip
Presπατώντας
Perfέχοντας πατήσει, έχοντας πατημένοπατημένος, -η, -οπατημένοι, -ες, -α
InfinAoristπατήσειπατηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback