τρίβω  Verb  [trivo, tribw]

Ähnliche Bedeutung wie τρίβω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu τρίβω

τρίβω σε


Beispielsätze τρίβω

... περίπτωση εκδηλώνεται εσωτερική τριβή, στη δε δεύτερη (μεταξύ σωμάτων) εξωτερική τριβή. Η φορά της εκδηλούμενης τριβής είναι πάντα αντίθετη προς την φορά ...

... Τροιζήνας τον επέλεξε πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, θέση από την οποία ήρθε σε τριβή με τους τοπικούς αξιωματούχους με αποτέλεσμα τη δολοφονία του στις 9 Οκτωβρίου ...

... Στην Ρωμαϊκή μυθολογία ή Τρίβια (Trivia) ήταν θεότητα της μαγείας. Στην Ελληνική μυθολογία αντίστοιχη θεότητα είναι η Εκάτη. Ήταν θεά του κάτω κόσμου ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΤΡΙΒΩ
I rub
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρίβωτρίβουμε, τρίβομετρίβομαιτριβόμαστε
τρίβειςτρίβετετρίβεσαιτρίβεστε, τριβόσαστε
τρίβειτρίβουν(ε)τρίβεταιτρίβονται
Imper
fekt
έτριβατρίβαμετριβόμουν(α)τριβόμαστε, τριβόμασταν
έτριβεςτρίβατετριβόσουν(α)τριβόσαστε, τριβόσασταν
έτριβεέτριβαν, τρίβαν(ε)τριβόταν(ε)τρίβονταν, τριβόντανε, τριβόντουσαν
Aoristέτριψατρίψαμετρίφτηκατριφτήκαμε
έτριψεςτρίψατετρίφτηκεςτριφτήκατε
έτριψεέτριψαν, τρίψαν(ε)τρίφτηκετρίφτηκαν, τριφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω τρίψει
έχω τριμμένο
έχουμε τρίψει
έχουμε τριμμένο
έχω τριφτεί
είμαι τριμμένος, -η
έχουμε τριφτεί
είμαστε τριμμένοι, -ες
έχεις τρίψει
έχεις τριμμένο
έχετε τρίψει
έχεις τριμμένο
έχεις τριφτεί
είσαι τριμμένος, -η
έχετε τριφτεί
είστε τριμμένοι, -ες
έχει τρίψει
έχει τριμμένο
έχουν τρίψει
έχουν τριμμένο
έχει τριφτεί
είναι τριμμένος, -η, -ο
έχουν τριφτεί
είναι τριμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα τρίψει
είχα τριμμένο
είχαμε τρίψει
είχαμε τριμμένο
είχα τριφτεί
ήμουν τριμμένος, -η
είχαμε τριφτεί
ήμαστε τριμμένοι, -ες
είχες τρίψει
είχες τριμμένο
είχατε τρίψει
είχατε τριμμένο
είχες τριφτεί
ήσουν τριμμένος, -η
είχατε τριφτεί
ήσαστε τριμμένοι, -ες
είχε τρίψει
είχε τριμμένο
είχαν τρίψει
είχαν τριμμένο
είχε τριφτεί
ήταν τριμμένος, -η, -ο
είχαν τριφτεί
ήταν τριμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρίβωθα τρίβουμε, θα τρίβομεθα τρίβομαιθα τριβόμαστε
θα τρίβειςθα τρίβετεθα τρίβεσαιθα τρίβεστε, θα τριβόσαστε
θα τρίβειθα τρίβουν(ε)θα τρίβεταιθα τρίβονται
Fut
ur
θα τρίψωθα τρίψουμε, θα τρίψομεθα τριφτώθα τριφτούμε
θα τρίψειςθα τρίψετεθα τριφτείςθα τριφτείτε
θα τρίψειθα τρίψουν(ε)θα τριφτείθα τριφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τρίψει
θα έχω τριμμένο
θα έχουμε τρίψει
θα έχουμε τριμμένο
θα έχω τριφτεί
θα είμαι τριμμένος, -η
θα έχουμε τριφτεί
θα είμαστε τριμμένοι, -ες
θα έχεις τρίψει
θα έχεις τριμμένο
θα έχετε τρίψει
θα έχετε τριμμένο
θα έχεις τριφτεί
θα είσαι τριμμένος, -η
θα έχετε τριφτεί
θα είστε τριμμένοι, -ες
θα έχει τρίψει
θα έχει τριμμένο
θα έχουν τρίψει
θα έχουν τριμμένο
θα έχει τριφτεί
θα είναι τριμμένος, -η, -ο
θα έχουν τριφτεί
θα είναι τριμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τρίβωνα τρίβουμε, να τρίβομενα τρίβομαινα τριβόμαστε
να τρίβειςνα τρίβετενα τρίβεσαινα τρίβεστε, να τριβόσαστε
να τρίβεινα τρίβουν(ε)να τρίβεταινα τρίβονται
Aoristνα τρίψωνα τρίψουμε, να τρίψομενα τριφτώνα τριφτούμε
να τρίψειςνα τρίψετενα τριφτείςνα τριφτείτε
να τρίψεινα τρίψουν(ε)να τριφτείνα τριφτούν(ε)
Perfνα έχω τρίψει
να έχω τριμμένο
να έχουμε τρίψει
να έχουμε τριμμένο
να έχω τριφτεί
να είμαι τριμμένος, -η
να έχουμε τριφτεί
να είμαστε τριμμένοι, -ες
να έχεις τρίψει
να έχεις τριμμένο
να έχετε τρίψει
να έχετε τριμμένο
να έχεις τριφτεί
να είσαι τριμμένος, -η
να έχετε τριφτεί
να είστε τριμμένοι, -ες
να έχει τρίψει
να έχει τριμμένο
να έχουν τρίψει
να έχουν τριμμένο
να έχει τριφτεί
να είναι τριμμένος, -η, -ο
να έχουν τριφτεί
να είναι τριμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτρίβετρίβετετρίβεστε
Aoristτρίψετρίψτε, τρίφτετρίψουτριφτείτε
Part
izip
Presτρίβοντας
Perfέχοντας τρίψει, έχοντας τριμμένοτριμμένος, -η, -οτριμμένοι, -ες, -α
InfinAoristτρίψειτριφτεί





Person Wortform
Präsens ich reibe
du reibst
er, sie, es reibt
Präteritum ich rieb
Konjunktiv II ich riebe
Imperativ Singular reibe!
reib!
Plural reibt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gerieben haben
Alle weiteren Formen: Flexion:reiben














Griechische Definition zu τρίβω

τρίβω [trívo] -ομαι : κινώ ένα σώμα με επανειλημμένες παλινδρομικές κινήσεις, πιέζοντάς το με δύναμη επάνω σε ένα άλλο σώμα ή αντίστροφα ασκώ σε ένα σώμα την πίεση ενός άλλου σώματος που κινείται: τρίβω το σπίρτο στο κουτί για να ανάψει. τρίβω τη μύτη μου με το χέρι μου. Όταν δύο σώματα τρίβονται μεταξύ τους, αναπτύσσεται ένα ηλεκτρικό φορτίο. 1. ενεργώ με τον παραπάνω τρόπο: α. για να κάνω κτ. πιο καθαρό, πιο γυαλιστερό ή πιο λείο: τρίβω τα ρούχα. Tρίβομαι με το σφουγγάρι. Tρίβομαι με την πετσέτα, για να στεγνώσω. τρίβω τα ασημικά / το παρκέ. Ειδικός τεχνίτης τοποθετεί και τρίβει τα μάρμαρα. β. για να κάνω πιο έντονη την κυκλοφορία του αίματος: τρίβω τα χέρια μου για να ζεσταθούν. Tου έτριψα την πλάτη με οινόπνευμα, του έκανα εντριβή. Tρίψε με. γ. για να κόψω κτ., με εργαλείο ή με τα δάχτυλα, σε πολύ μικρά κομματάκια ή για να το κάνω σκόνη: τρίβω το κρεμμύδι / το πιπέρι. Tριμμένο τυρί / ψωμί. || (στο γ' πρόσ.) για μάζα όχι πολύ συμπαγή που διαλύεται σε μικρά κομμάτια: Ο κουραμπιές / το κουλουράκι / το τυρί τρίβει / τρίβεται. ΦΡ τρίβω τα χέρια (μου), από μεγάλη ικανοποίηση. τρίβω τα μάτια μου, από έκπληξη. τρίβω τη μούρη κάποιου, τον τιμωρώ με προσβλητικό τρόπο. τρίβω κτ. στα μούτρα κάποιου, για κτ. που το επιστρέφω για να προσβάλω κπ. να δεις πώς τρίβουν το πιπέρι!, να καταλάβεις πόσες δυσκολίες έχει η δουλειά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τρίβω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15