πέφτω  Verb  [pefto, peftw]


Beispielsätze πέφτω

... μήκος ή κατά το διάμηκες του πλοίου. πέφτω πρύμα-πλώρα: σημαίνει πλαγιοδετώ, δένω σε προβλήτα με την πλευρά ή παραβάλω σε άλλο πλοίο. ανάπρυμα: προσεγγίζω ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze stoßen

... Dies ist unsere Chance, auf diesen Ruf zu antworten. Das ist unser Augenblick. Das ist unsere Zeit, unser Volk zurück zur Arbeit zu bringen und Chancen für unsere Kinder zu eröffnen, Wohlstand wiederherzustellen und die Sache des Friedens voranzubringen, den amerikanischen Traum zurückzugewinnen und diese fundamentale Wahrheit zu bekräftigen, dass wir aus vielen heraus eins sind, dass wir hoffen, während wir atmen. Und wenn wir auf Zynismus und Zweifel stoßen und auf diejenigen, die sagen, wir können das nicht, dass wir dann mit jenem zeitlosen Glauben antworten, der den Geist eines Volkes zusammenfasst: Ja, wir können. ...

... Attraktive Menschen stoßen mich ab. ...

... So etwas halte ich für Polemik, die zwar oft ganz unterhaltsam sein kann, aber nun einmal unsachlich ist und auch Leute vor den Kopf stoßen kann. ...

Quelle: jerom, MUIRIEL, xeklat

Grammatik


ΠΕΦΤΩ
I fall
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πέφτω, ekpipto">-πίπτωπέφτουμε, πέφτομε
πέφτειςπέφτετε
πέφτειπέφτουν(ε)
Imper
fekt
έπεφταπέφταμε
έπεφτεςπέφτατε
έπεφτεέπεφταν, πέφταν(ε)
Aoristέπεσαπέσαμε
έπεσεςπέσατε
έπεσεέπεσαν, πέσαν(ε)
Per
fect
έχω πέσει
είμαι πεσμένος, -η
έχουμε πέσει
είμαστε πεσμένοι, -ες
έχεις πέσει
είσαι πεσμένος, -η
έχετε πέσει
είστε πεσμένοι, -ες
έχει πέσει
είναι πεσμένος, -η, -ο
έχουν πέσει
είναι πεσμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πέσει
ήμουν πεσμένος, -η
είχαμε πέσει
ήμαστε πεσμένοι, -ες
είχες πέσει
ήσουν πεσμένος, -η
είχατε πέσει
ήσαστε πεσμένοι, -ες
είχε πέσει
ήταν πεσμένος, -η, -ο
είχαν πέσει
ήταν πεσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πέφτωθα πέφτουμε, θα πέφτομε
θα πέφτειςθα πέφτετε
θα πέφτειθα πέφτουν(ε)
Fut
ur
θα πέσωθα πέσουμε, θα πέσομε
θα πέσειςθα πέσετε
θα πέσειθα πέσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πέσει
θα είμαι πεσμένος, -η
θα έχουμε πέσει
θα είμαστε πεσμένοι, -ες
θα έχεις πέσει
θα είσαι πεσμένος, -η
θα έχετε πέσει
θα είστε πεσμένοι, -ες
θα έχει πέσει
θα είναι πεσμένος, -η, -ο
θα έχουν πέσει
θα είναι πεσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πέφτωνα πέφτουμε, να πέφτομε
να πέφτειςνα πέφτετε
να πέφτεινα πέφτουν(ε)
Aoristνα πέσωνα πέσουμε, να πέσομε
να πέσειςνα πέσετε
να πέσεινα πέσουν(ε)
Perfνα έχω πέσει
να είμαι πεσμένος, -η
να έχουμε πέσει
να είμαστε πεσμένοι, -ες
να έχεις πέσει
να είσαι πεσμένος, -η
να έχετε πέσει
να είστε πεσμένοι, -ες
να έχει πέσει
να είναι πεσμένος, -η, -ο
να έχουν πέσει
να είναι πεσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπέφτεπέφτετε
Aoristπέσεπέστε
Part
izip
Presπέφτοντας
Perfπεσμένος, -η, -οπεσμένοι, -ες, -α
έχοντας πέσει
InfinAoristπέσει









Person Wortform
Präsens ich falle
du fällst
er, sie, es fällt
Präteritum ich fiel
Konjunktiv II ich fiele
Imperativ Singular falle!
fall!
Plural fallt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gefallen sein
Alle weiteren Formen: Flexion:fallen

















Person Wortform
Präsens ich
du
er, sie, es rieselt
Präteritum er, sie, es rieselte
Konjunktiv II er, sie, es rieselte
Imperativ Singular riesel!
Plural rieselt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gerieselt haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:rieseln




Griechische Definition zu πέφτω

πέφτω [péfto] Ρ αόρ. έπεσα, απαρέμφ. πέσει, μππ. πεσμένος : 1. παρασύρομαι προς τα κάτω από το βάρος μου: Xοντρές σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν. Πέφτει βροχή, βρέχει. Πέφτει χιόνι, χιονίζει. Πέφτει χαλάζι. Έπεσε το ποτήρι από το χέρι μου κι έσπασε. H στέγη δεν άντεξε το βάρος του χιονιού κι έπεσε, γκρεμίστηκε. Aεροπλάνο έπεσε και συνετρίβη σε ακατοίκητη περιοχή. ΦΡ πέφτει νερό με το τουλούμι*. || (για άνθρ.) πέφτω εκούσια ή ακούσια: Έπεσε από τον τρίτο όροφο και σκοτώθηκε. Ήταν η πρώτη φορά που θα έπεφτα με αλεξίπτωτο από τόσο μεγάλο ύψος. Aλεξιπτωτιστές έπεσαν πίσω από τις γραμμές του εχθρού. ΦΡ πέφτω από τα σύννεφα*. πέφτει κάποιος / κτ. από τον ουρανό*. || κρέμομαι: Tο σακάκι δεν πέφτει καλά στους ώμους του. Tα μαλλιά της πέφτουν πλούσια στην πλάτη της. Ωραία πέφτει αυτή η φούστα. || Πέφτει η αυλαία: α. για το τέλος σκηνής ή πράξης θεατρικού έργου ή άλλου θεάματος. β. (μτφ.) για την αποκάλυψη, την αρχή ή το τέλος κατάστασης που την παρομοιάζουμε κάπως με θέατρο: Έπεσε η αυλαία της συνεδρίασης. ΠAΡ Όποιος σκάβει το λάκκο* του αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα. Aν δεν παινέσεις* το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πέφτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15