ορίζω  Verb  [orizo, orizw]

Ähnliche Bedeutung wie ορίζω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu ορίζω

ορίζων


Beispielsätze ορίζω

... Ως Αληθής ορίζοντας ή Μαθηματικός ορίζοντας ή Ουράνιος ορίζοντας (celestial horizon) χαρακτηρίζεται το κάθετο επίπεδο προς την κατακόρυφο του παρατηρητή ...

... Αληθής ορίζοντας ή Μαθηματικός ορίζοντας ή Ουράνιος ορίζοντας. ο Αισθητός ορίζοντας ο Νοητός ορίζοντας ή Φαινόμενος ορίζοντας και ο Ορατός ορίζοντας ή γεωμετρικός ...

... Στην γραμμική άλγεβρα, η ορίζουσα είναι μια τιμή, η οποία σχετίζεται με ένα τετραγωνικό πίνακα. Μπορεί να υπολογιστεί από τα στοιχεία του πίνακα σε μια ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze definieren

... Können Sie mal das Wort definieren und sagen, was sie darunter verstehen? ...

... Die Musik lässt sich definieren als die Kunst, durch die Verknüpfung von Tönen emotional zu berühren. ...

... Wenn ich das Leben in einem Wort definieren müsste, wäre es: Leben ist Erschaffen. ...

Quelle: al_ex_an_der, Tamy, Tamy

Grammatik


ΟΡΙΖΩ
I define
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ορίζωορίζουμε, ορίζομεορίζομαιοριζόμαστε
ορίζειςορίζετεορίζεσαιορίζεστε, οριζόσαστε
ορίζειορίζουν(ε)ορίζεταιορίζονται
Imper
fekt
όριζαορίζαμεοριζόμουν(α)οριζόμαστε, οριζόμασταν
όριζεςορίζατεοριζόσουν(α)οριζόσαστε, οριζόσασταν
όριζεόριζαν, ορίζαν(ε)οριζόταν(ε)ορίζονταν, οριζόντανε, οριζόντουσαν
Aoristόρισαορίσαμεορίστηκαοριστήκαμε
όρισεςορίσατεορίστηκεςοριστήκατε
όρισεόρισαν, ορίσαν(ε)ορίστηκεορίστηκαν, οριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ορίσει
έχω ορισμένο
έχουμε ορίσει
έχουμε ορισμένο
έχω οριστεί
είμαι ορισμένος, -η
έχουμε οριστεί
είμαστε ορισμένοι, -ες
έχεις ορίσει
έχεις ορισμένο
έχετε ορίσει
έχετε ορισμένο
έχεις οριστεί
είσαι ορισμένος, -η
έχετε οριστεί
είστε ορισμένοι, -ες
έχει ορίσει
έχει ορισμένο
έχουν ορίσει
έχουν ορισμένο
έχει οριστεί
είναι ορισμένος, -η, -ο
έχουν οριστεί
είναι ορισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ορίσει
είχα ορισμένο
είχαμε ορίσει
είχαμε ορισμένο
είχα οριστεί
ήμουν ορισμένος, -η
είχαμε οριστεί
ήμαστε ορισμένοι, -ες
είχες ορίσει
είχες ορισμένο
είχατε ορίσει
είχατε ορισμένο
είχες οριστεί
ήσουν ορισμένος, -η
είχατε οριστεί
ήσαστε ορισμένοι, -ες
είχε ορίσει
είχε ορισμένο
είχαν ορίσει
είχαν ορισμένο
είχε οριστεί
ήταν ορισμένος, -η, -ο
είχαν οριστεί
ήταν ορισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ορίζωθα ορίζουμε, θα ορίζομεθα ορίζομαιθα οριζόμαστε
θα ορίζειςθα ορίζετεθα ορίζεσαιθα ορίζεστε, θα οριζόσαστε
θα ορίζειθα ορίζουν(ε)θα ορίζεταιθα ορίζονται
Fut
ur
θα ορίσωθα ορίσουμε, θα ορίζομεθα οριστώθα οριστούμε
θα ορίσειςθα ορίσετεθα οριστείςθα οριστείτε
θα ορίσειθα ορίσουν(ε)θα οριστείθα οριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ορίσει
θα έχω ορισμένο
θα έχουμε ορίσει
θα έχουμε ορισμένο
θα έχω οριστεί
θα είμαι ορισμένος, -η
θα έχουμε οριστεί
θα είμαστε ορισμένοι, -ες
θα έχεις ορίσει
θα έχεις ορισμένο
θα έχετε ορίσει
θα έχετε ορισμένο
θα έχεις οριστεί
θα είσαι ορισμένος, -η
θα έχετε οριστεί
θα είστε ορισμένοι, -ες
θα έχει ορίσει
θα έχει ορισμένο
θα έχουν ορίσει
θα έχουν ορισμένο
θα έχει οριστεί
θα είναι ορισμένος, -η, -ο
θα έχουν οριστεί
θα είναι ορισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ορίζωνα ορίζουμε, να ορίζομενα ορίζομαινα οριζόμαστε
να ορίζειςνα ορίζετενα ορίζεσαινα ορίζεστε, να οριζόσαστε
να ορίζεινα ορίζουν(ε)να ορίζεταινα ορίζονται
Aoristνα ορίσωνα ορίσουμε, να ορίσομενα οριστώνα οριστούμε
να ορίσειςνα ορίσετενα οριστείςνα οριστείτε
να ορίσεινα ορίσουν(ε)να οριστείνα οριστούν(ε)
Perfνα έχω ορίσει
να έχω ορισμένο
να έχουμε ορίσει
να έχουμε ορισμένο
να έχω οριστεί
να είμαι ορισμένος, -η
να έχουμε οριστεί
να είμαστε ορισμένοι, -ες
να έχεις ορίσει
να έχεις ορισμένο
να έχετε ορίσει
να έχετε ορισμένο
να έχεις οριστεί
να είσαι ορισμένος, -η
να έχετε οριστεί
να είστε ορισμένοι, -ες
να έχει ορίσει
να έχει ορισμένο
να έχουν ορίσει
να έχουν ορισμένο
να έχει οριστεί
να είναι ορισμένος, -η, -ο
να έχουν οριστεί
να είναι ορισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presόριζεορίζετεορίζεστε
Aoristόρισεορίστεορίσουοριστείτε
Part
izip
Presορίζονταςοριζόμενος
Perfέχοντας ορίσει, έχοντας ορισμένοορισμένος, -η, -οορισμένοι, -ες, -α
InfinAoristορίσειοριστεί














Griechische Definition zu ορίζω

ορίζω [orízo] -ομαι μππ. ορισμένος* : I1. αναφέρω, περιγράφω τα κύρια χαρακτηριστικά. α. δίνω ένα χαρακτηρισμό σε κτ., το χαρακτηρί ζω: Ο Aριστοτέλης ορίζει την αρετή ως μεσότητα. Ο μονισμός και ο δυϊσμός ορίζονται ως έννοιες αντίθετες. β. διατυπώνω τον ορισμό μιας λέξης ή έννοιας: Mπορείς να μου ορίσεις την έννοια έθνος; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ορίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15