ολοκληρώνω Verb  [oloklirono, oloklhrwnw]

  Verb
(8)
  Verb
(3)
  Verb
(2)
  Verb
(0)
(0)
(0)

Etymologie zu ολοκληρώνω

ολοκληρώνω altgriechisch ὁλοκληρώνω ὁλόκληρος


GriechischDeutsch
Τέλος, και με αυτό ολοκληρώνω την παρέμβασή μου, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας στη δέσμη μέτρων που ήδη κατά το παρελθόν έχει δρομολογήσει στον συγκεκριμένο τομέα το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις διάφορες κοινές δράσεις που έχουν προωθηθεί.Abschließend und um meinen Beitrag zu beenden, möchte ich die Aufmerksamkeit auf ein Bündel von Maßnahmen lenken, die bereits in der Vergangenheit vom Rat der Europäischen Union in dieser Angelegenheit entwickelt worden sind, die verschiedenen durchgeführten gemeinsamen Aktionen.

Übersetzung bestätigt

Και εγώ, στα 20 δεύτερα που μου έχουν μείνει, κύριε Πρόεδρε, θα εκμεταλλευτώ αυτήν την ατμόσφαιρα σαν την τελευταία ημέρα της σχολικής χρονιάς για να ευχαριστήσω τους συμμαθητές μου και εκείνους με τους οποίους είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ τα τελευταία δέκα χρόνια, δεδομένου ότι έχω πλέον τη μεγάλη χαρά να ολοκληρώνω την τελευταία μέρα μου στο Στρασβούργο με την τελευταία για την ώρα όμως παρέμβασή μου.Herr Präsident, auch ich will in den mir verbliebenen 20 Sekunden diese Letzter-Schultag-Atmosphäre nutzen, allen meinen Klassenkameraden und auch jenen zu danken, mit denen ich die Gelegenheit hatte, in den letzten zehn Jahren zusammenzuarbeiten, da ich jetzt die große Freude habe, meinen letzten Tag in Straßburg mit meinem letzten, aber keinesfalls geringsten Beitrag zu beenden.

Übersetzung bestätigt

Αυτό είναι ένα απαισιόδοξο συμπέρασμα, αλλά ολοκληρώνω με αυτήν τη σκέψη: παρόλα αυτά, δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε τις προσπάθειές μας, και πρέπει να είμαστε σταθεροί στην άσκηση πιέσεων.Dies ist eine sehr pessimistische Schlussfolgerung, jedoch möchte ich meinen Beitrag mit diesem Gedanken beenden: lassen Sie uns trotz allem nicht aufgeben und lassen Sie uns weiterhin Druck ausüben.

Übersetzung bestätigt

Ωστόσο, και ολοκληρώνω με την πρώτη ομάδα ερωτήσεων, κατά την Επιτροπή, η Διακυβερνητική Διάσκεψη επιτρέψτε μου να επιμείνω σ'αυτό δεν μπορεί να γίνει άλλοθι ή πρόφαση για να σταματήσουν οι εργασίες εν λειτουργία, ή να τις φρενάρει.Nach Ansicht der Kommission und mit dieser ersten Gruppe von Anfragen komme ich zum Schluß darf jedoch die Regierungskonferenz gestatten Sie mir, dies zu betonen nicht als Alibi oder Vorwand dienen, um die laufenden Arbeiten zu beenden bzw. sie zu verlangsamen.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Grammatik zu ολοκληρώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ολοκληρώνωολοκληρώνουμε, ολοκληρώνομεολοκληρώνομαιολοκληρωνόμαστε
ολοκληρώνειςολοκληρώνετεολοκληρώνεσαιολοκληρώνεστε, ολοκληρωνόσαστε
ολοκληρώνειολοκληρώνουν(ε)ολοκληρώνεταιολοκληρώνονται
Imper
fekt
ολοκλήρωναολοκληρώναμεολοκληρωνόμουν(α)ολοκληρωνόμαστε, ολοκληρωνόμασταν
ολοκλήρωνεςολοκληρώνατεολοκληρωνόσουν(α)ολοκληρωνόσαστε, ολοκληρωνόσασταν
ολοκλήρωνεολοκλήρωναν, ολοκληρώναν(ε)ολοκληρωνόταν(ε)ολοκληρώνονταν, ολοκληρωνόντανε, ολοκληρωνόντουσαν
Aoristολοκλήρωσαολοκληρώσαμεολοκληρώθηκαολοκληρωθήκαμε
ολοκλήρωσεςολοκληρώσατεολοκληρώθηκεςολοκληρωθήκατε
ολοκλήρωσεολοκλήρωσαν, ολοκληρώσαν(ε)ολοκληρώθηκεολοκληρώθηκαν, ολοκληρωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ολοκληρώσει
έχω ολοκληρωμένο
έχουμε ολοκληρώσει
έχουμε ολοκληρωμένο
έχω ολοκληρωθεί
είμαι ολοκληρωμένος, -η
έχουμε ολοκληρωθεί
είμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
έχεις ολοκληρώσει
έχεις ολοκληρωμένο
έχετε ολοκληρώσει
έχετε ολοκληρωμένο
έχεις ολοκληρωθεί
είσαι ολοκληρωμένος, -η
έχετε ολοκληρωθεί
είστε ολοκληρωμένοι, -ες
έχει ολοκληρώσει
έχει ολοκληρωμένο
έχουν ολοκληρώσει
έχουν ολοκληρωμένο
έχει ολοκληρωθεί
είναι ολοκληρωμένος, -η, -ο
έχουν ολοκληρωθεί
είναι ολοκληρωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ολοκληρώσει
είχα ολοκληρωμένο
είχαμε ολοκληρώσει
είχαμε ολοκληρωμένο
είχα ολοκληρωθεί
ήμουν ολοκληρωμένος, -η
είχαμε ολοκληρωθεί
ήμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
είχες ολοκληρώσει
είχες ολοκληρωμένο
είχατε ολοκληρώσει
είχατε ολοκληρωμένο
είχες ολοκληρωθεί
ήσουν ολοκληρωμένος, -η
είχατε ολοκληρωθεί
ήσαστε ολοκληρωμένοι, -ες
είχε ολοκληρώσει
είχε ολοκληρωμένο
είχαν ολοκληρώσει
είχαν ολοκληρωμένο
είχε ολοκληρωθεί
ήταν ολοκληρωμένος, -η, -ο
είχαν ολοκληρωθεί
ήταν ολοκληρωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ολοκληρώνωθα ολοκληρώνουμε, θα ολοκληρώνομεθα ολοκληρώνομαιθα ολοκληρωνόμαστε
θα ολοκληρώνειςθα ολοκληρώνετεθα ολοκληρώνεσαιθα ολοκληρώνεστε, θα ολοκληρωνόσαστε
θα ολοκληρώνειθα ολοκληρώνουν(ε)θα ολοκληρώνεταιθα ολοκληρώνονται
Fut
ur
θα ολοκληρώσωθα ολοκληρώσουμε, θα ολοκληρώσομεθα ολοκληρωθώθα ολοκληρωθούμε
θα ολοκληρώσειςθα ολοκληρώσετεθα ολοκληρωθείςθα ολοκληρωθείτε
θα ολοκληρώσειθα ολοκληρώσουνθα ολοκληρωθείθα ολοκληρωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ολοκληρώσει
θα έχω ολοκληρωμένο
θα έχουμε ολοκληρώσει
θα έχουμε ολοκληρωμένο
θα έχω ολοκληρωθεί
θα είμαι ολοκληρωμένος, -η
θα έχουμε ολοκληρωθεί
θα είμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
θα έχεις ολοκληρώσει
θα έχεις ολοκληρωμένο
θα έχετε ολοκληρώσει
θα έχετε ολοκληρωμένο
θα έχεις ολοκληρωθεί
θα είσαι ολοκληρωμένος, -η
θα έχετε ολοκληρωθεί
θα είστε ολοκληρωμένοι, -ες
θα έχει ολοκληρώσει
θα έχει ολοκληρωμένο
θα έχουν ολοκληρώσει
θα έχουν ολοκληρωμένο
θα έχει ολοκληρωθεί
θα είναι ολοκληρωμένος, -η, -ο
θα έχουν ολοκληρωθεί
θα είναι ολοκληρωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ολοκληρώνωνα ολοκληρώνουμε, να ολοκληρώνομενα ολοκληρώνομαινα ολοκληρωνόμαστε
να ολοκληρώνειςνα ολοκληρώνετενα ολοκληρώνεσαινα ολοκληρώνεστε, να ολοκληρωνόσαστε
να ολοκληρώνεινα ολοκληρώνουν(ε)να ολοκληρώνεταινα ολοκληρώνονται
Aoristνα ολοκληρώσωνα ολοκληρώσουμε, να ολοκληρώσομενα ολοκληρωθώνα ολοκληρωθούμε
να ολοκληρώσειςνα ολοκληρώσετενα ολοκληρωθείςνα ολοκληρωθείτε
να ολοκληρώσεινα ολοκληρώσουν(ε)να ολοκληρωθείνα ολοκληρωθούν(ε)
Perfνα έχω ολοκληρώσει
να έχω ολοκληρωμένο
να έχουμε ολοκληρώσει
να έχουμε ολοκληρωμένο
να έχω ολοκληρωθεί
να είμαι ολοκληρωμένος, -η
να έχουμε ολοκληρωθεί
να είμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
να έχεις ολοκληρώσει
να έχεις ολοκληρωμένο
να έχετε ολοκληρώσει
να έχετε ολοκληρωμένο
να έχεις ολοκληρωθεί
να είσαι ολοκληρωμένος, -η
να έχετε ολοκληρωθεί
να είστε ολοκληρωμένοι, -ες
να έχει ολοκληρώσει
να έχει ολοκληρωμένο
να έχουν ολοκληρώσει
να έχουν ολοκληρωμένο
να έχει ολοκληρωθεί
να είναι ολοκληρωμένος, -η, -ο
να έχουν ολοκληρωθεί
να είναι ολοκληρωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presολοκλήρωνεολοκληρώνετεολοκληρώνεστε
Aoristολοκλήρωσεολοκληρώστε, ολοκληρώσετεολοκληρώσουολοκληρωθείτε
Part
izip
Presολοκληρώνοντας
Perfέχοντας ολοκληρώσει, έχοντας ολοκληρωμένοολοκληρωμένος, -η, -οολοκληρωμένοι, -ες, -α
InfinAoristολοκληρώσειολοκληρωθεί











Griechische Definition zu ολοκληρώνω

ολοκληρώνω [olokdivróno] -ομαι μππ. ολοκληρωμένος* : 1. συμπληρώ νω κτ. έτσι ώστε να είναι πλήρες: H επιτροπή ολοκλήρωσε το έργο της. Ένα παιδί ολοκλήρωσε την ευτυχία του ζευγαριού. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback