ολοκληρώνω  Verb  [oloklirono, oloklhrwnw]

Ähnliche Bedeutung wie ολοκληρώνω


Beispielsätze ολοκληρώνω

... απεσταλμένοι στους διοικητές των στρατευμάτων), και κατόπιν ως πραίτορες. Αφού ολοκλήρωνε τη θητεία του ως πραίτορας ή ύπατος, ένας συγκλητικός μπορούσε να ονομαστεί ...

... ολοκληρωθεί ένας αγώνας. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς ένα παιχνίδι ολοκληρώνεται πριν να ολοκληρωθεί η παράταση, είτε όταν μια ομάδα πετύχει γκολ (χρυσό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zu Ende bringen

... Ich würde dann niemals irgendeine Arbeit zu Ende bringen und einen dicken Hintern bekommen. ...

Quelle: samueldora

Grammatik


ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΩ
I complete
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ολοκληρώνωολοκληρώνουμε, ολοκληρώνομεολοκληρώνομαιολοκληρωνόμαστε
ολοκληρώνειςολοκληρώνετεολοκληρώνεσαιολοκληρώνεστε, ολοκληρωνόσαστε
ολοκληρώνειολοκληρώνουν(ε)ολοκληρώνεταιολοκληρώνονται
Imper
fekt
ολοκλήρωναολοκληρώναμεολοκληρωνόμουν(α)ολοκληρωνόμαστε, ολοκληρωνόμασταν
ολοκλήρωνεςολοκληρώνατεολοκληρωνόσουν(α)ολοκληρωνόσαστε, ολοκληρωνόσασταν
ολοκλήρωνεολοκλήρωναν, ολοκληρώναν(ε)ολοκληρωνόταν(ε)ολοκληρώνονταν, ολοκληρωνόντανε, ολοκληρωνόντουσαν
Aoristολοκλήρωσαολοκληρώσαμεολοκληρώθηκαολοκληρωθήκαμε
ολοκλήρωσεςολοκληρώσατεολοκληρώθηκεςολοκληρωθήκατε
ολοκλήρωσεολοκλήρωσαν, ολοκληρώσαν(ε)ολοκληρώθηκεολοκληρώθηκαν, ολοκληρωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ολοκληρώσει
έχω ολοκληρωμένο
έχουμε ολοκληρώσει
έχουμε ολοκληρωμένο
έχω ολοκληρωθεί
είμαι ολοκληρωμένος, -η
έχουμε ολοκληρωθεί
είμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
έχεις ολοκληρώσει
έχεις ολοκληρωμένο
έχετε ολοκληρώσει
έχετε ολοκληρωμένο
έχεις ολοκληρωθεί
είσαι ολοκληρωμένος, -η
έχετε ολοκληρωθεί
είστε ολοκληρωμένοι, -ες
έχει ολοκληρώσει
έχει ολοκληρωμένο
έχουν ολοκληρώσει
έχουν ολοκληρωμένο
έχει ολοκληρωθεί
είναι ολοκληρωμένος, -η, -ο
έχουν ολοκληρωθεί
είναι ολοκληρωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ολοκληρώσει
είχα ολοκληρωμένο
είχαμε ολοκληρώσει
είχαμε ολοκληρωμένο
είχα ολοκληρωθεί
ήμουν ολοκληρωμένος, -η
είχαμε ολοκληρωθεί
ήμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
είχες ολοκληρώσει
είχες ολοκληρωμένο
είχατε ολοκληρώσει
είχατε ολοκληρωμένο
είχες ολοκληρωθεί
ήσουν ολοκληρωμένος, -η
είχατε ολοκληρωθεί
ήσαστε ολοκληρωμένοι, -ες
είχε ολοκληρώσει
είχε ολοκληρωμένο
είχαν ολοκληρώσει
είχαν ολοκληρωμένο
είχε ολοκληρωθεί
ήταν ολοκληρωμένος, -η, -ο
είχαν ολοκληρωθεί
ήταν ολοκληρωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ολοκληρώνωθα ολοκληρώνουμε, θα ολοκληρώνομεθα ολοκληρώνομαιθα ολοκληρωνόμαστε
θα ολοκληρώνειςθα ολοκληρώνετεθα ολοκληρώνεσαιθα ολοκληρώνεστε, θα ολοκληρωνόσαστε
θα ολοκληρώνειθα ολοκληρώνουν(ε)θα ολοκληρώνεταιθα ολοκληρώνονται
Fut
ur
θα ολοκληρώσωθα ολοκληρώσουμε, θα ολοκληρώσομεθα ολοκληρωθώθα ολοκληρωθούμε
θα ολοκληρώσειςθα ολοκληρώσετεθα ολοκληρωθείςθα ολοκληρωθείτε
θα ολοκληρώσειθα ολοκληρώσουνθα ολοκληρωθείθα ολοκληρωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ολοκληρώσει
θα έχω ολοκληρωμένο
θα έχουμε ολοκληρώσει
θα έχουμε ολοκληρωμένο
θα έχω ολοκληρωθεί
θα είμαι ολοκληρωμένος, -η
θα έχουμε ολοκληρωθεί
θα είμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
θα έχεις ολοκληρώσει
θα έχεις ολοκληρωμένο
θα έχετε ολοκληρώσει
θα έχετε ολοκληρωμένο
θα έχεις ολοκληρωθεί
θα είσαι ολοκληρωμένος, -η
θα έχετε ολοκληρωθεί
θα είστε ολοκληρωμένοι, -ες
θα έχει ολοκληρώσει
θα έχει ολοκληρωμένο
θα έχουν ολοκληρώσει
θα έχουν ολοκληρωμένο
θα έχει ολοκληρωθεί
θα είναι ολοκληρωμένος, -η, -ο
θα έχουν ολοκληρωθεί
θα είναι ολοκληρωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ολοκληρώνωνα ολοκληρώνουμε, να ολοκληρώνομενα ολοκληρώνομαινα ολοκληρωνόμαστε
να ολοκληρώνειςνα ολοκληρώνετενα ολοκληρώνεσαινα ολοκληρώνεστε, να ολοκληρωνόσαστε
να ολοκληρώνεινα ολοκληρώνουν(ε)να ολοκληρώνεταινα ολοκληρώνονται
Aoristνα ολοκληρώσωνα ολοκληρώσουμε, να ολοκληρώσομενα ολοκληρωθώνα ολοκληρωθούμε
να ολοκληρώσειςνα ολοκληρώσετενα ολοκληρωθείςνα ολοκληρωθείτε
να ολοκληρώσεινα ολοκληρώσουν(ε)να ολοκληρωθείνα ολοκληρωθούν(ε)
Perfνα έχω ολοκληρώσει
να έχω ολοκληρωμένο
να έχουμε ολοκληρώσει
να έχουμε ολοκληρωμένο
να έχω ολοκληρωθεί
να είμαι ολοκληρωμένος, -η
να έχουμε ολοκληρωθεί
να είμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
να έχεις ολοκληρώσει
να έχεις ολοκληρωμένο
να έχετε ολοκληρώσει
να έχετε ολοκληρωμένο
να έχεις ολοκληρωθεί
να είσαι ολοκληρωμένος, -η
να έχετε ολοκληρωθεί
να είστε ολοκληρωμένοι, -ες
να έχει ολοκληρώσει
να έχει ολοκληρωμένο
να έχουν ολοκληρώσει
να έχουν ολοκληρωμένο
να έχει ολοκληρωθεί
να είναι ολοκληρωμένος, -η, -ο
να έχουν ολοκληρωθεί
να είναι ολοκληρωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presολοκλήρωνεολοκληρώνετεολοκληρώνεστε
Aoristολοκλήρωσεολοκληρώστε, ολοκληρώσετεολοκληρώσουολοκληρωθείτε
Part
izip
Presολοκληρώνοντας
Perfέχοντας ολοκληρώσει, έχοντας ολοκληρωμένοολοκληρωμένος, -η, -οολοκληρωμένοι, -ες, -α
InfinAoristολοκληρώσειολοκληρωθεί








Griechische Definition zu ολοκληρώνω

ολοκληρώνω [olokdivróno] -ομαι μππ. ολοκληρωμένος* : 1. συμπληρώ νω κτ. έτσι ώστε να είναι πλήρες: H επιτροπή ολοκλήρωσε το έργο της. Ένα παιδί ολοκλήρωσε την ευτυχία του ζευγαριού. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ολοκληρώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15