beenden
 Verb

DeutschGriechisch
Schließlich wäre es auch ein Akt des gesunden Menschenverstands, das Gezeter zu beenden und aufzutreten, wie es einem Parlament gebührt.Για να τελειώνω, κυρία Πρόεδρε, η κοινή λογική θα έπρεπε να είναι επίσης αυτή που θα σταματούσε τις διαμαρτυρίες και θα καθιέρωνε την καλή συμπεριφορά στο Κοινοβούλιο.

Übersetzung bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τελειώνωτελειώνουμε, τελειώνομε
τελειώνειςτελειώνετε
τελειώνειτελειώνουν(ε)
Imper
fekt
τέλειωνα, τελείωνατελείωναμε, τελειώναμε
τέλειωνες, τελείωνεςτελείωνατε, τελειώνατε
τέλειωνε, τελείωνετέλειωναν, τελείωναν(ε)
Aoristτέλειωσα, τελείωσατελείωσαμε, τελειώσαμε
τέλειωσες, τελείωσεςτελείωσατε, τελειώσατε
τέλειωσε, τελείωσετελείωσαν, τελειώσαν(ε)
Per
fekt
έχω τελειώσει
έχω τελειωμένο
έχουμε τελειώσει
έχουμε τελειωμένο
έχεις τελειώσει
έχεις τελειωμένο
έχετε τελειώσει
έχετε τελειωμένο
έχει τελειώσει
έχει τελειωμένο
έχουν τελειώσει
έχουν τελειωμένο
Plu
per
fekt
είχα τελειώσει
είχα τελειωμένο
είχαμε τελειώσει
είχαμε τελειωμένο
είχες τελειώσει
είχες τελειωμένο
είχατε τελειώσει
είχατε τελειωμένο
είχε τελειώσει
είχε τελειωμένο
είχαν τελειώσει
είχαν τελειωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τελειώνωθα τελειώνουμε, θα τελειώνομε
θα τελειώνειςθα τελειώνετε
θα τελειώνειθα τελειώνουν(ε)
Fut
ur
θα τελειώσωθα τελειώσουμε, θα τελειώσομε
θα τελειώσειςθα τελειώσετε
θα τελειώσειθα τελειώσουν
Fut
ur II
θα έχω τελειώσει
θα έχω τελειωμένο
θα έχουμε τελειώσει
θα έχουμε τελειωμένο
θα έχεις τελειώσει
θα έχεις τελειωμένο
θα έχετε τελειώσει
θα έχετε τελειωμένο
θα έχει τελειώσει
θα έχει τελειωμένο
θα έχουν τελειώσει
θα έχουν τελειωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τελειώνωνα τελειώνουμε, να τελειώνομε
να τελειώνειςνα τελειώνετε
να τελειώνεινα τελειώνουν(ε)
Aoristνα τελειώσωνα τελειώσουμε, να τελειώσομε
να τελειώσειςνα τελειώσετε
να τελειώσεινα τελειώσουν(ε)
Perfνα έχω τελειώσει
να έχω τελειωμένο
να έχουμε τελειώσει
να έχουμε τελειωμένο
να έχεις τελειώσει
να έχεις τελειωμένο
να έχετε τελειώσει
να έχετε τελειωμένο
να έχει τελειώσει
να έχει τελειωμένο
να έχουν τελειώσει
να έχουν τελειωμένο
Imper
ativ
Presτελείωνετελειώνετε
Aoristτελείωσετελειώσετε, τελειώστε
Part
izip
Presτελειώνοντας
Perfέχοντας τελειώσει
InfinAoristτελειώσει



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ολοκληρώνωολοκληρώνουμε, ολοκληρώνομεολοκληρώνομαιολοκληρωνόμαστε
ολοκληρώνειςολοκληρώνετεολοκληρώνεσαιολοκληρώνεστε, ολοκληρωνόσαστε
ολοκληρώνειολοκληρώνουν(ε)ολοκληρώνεταιολοκληρώνονται
Imper
fekt
ολοκλήρωναολοκληρώναμεολοκληρωνόμουν(α)ολοκληρωνόμαστε, ολοκληρωνόμασταν
ολοκλήρωνεςολοκληρώνατεολοκληρωνόσουν(α)ολοκληρωνόσαστε, ολοκληρωνόσασταν
ολοκλήρωνεολοκλήρωναν, ολοκληρώναν(ε)ολοκληρωνόταν(ε)ολοκληρώνονταν, ολοκληρωνόντανε, ολοκληρωνόντουσαν
Aoristολοκλήρωσαολοκληρώσαμεολοκληρώθηκαολοκληρωθήκαμε
ολοκλήρωσεςολοκληρώσατεολοκληρώθηκεςολοκληρωθήκατε
ολοκλήρωσεολοκλήρωσαν, ολοκληρώσαν(ε)ολοκληρώθηκεολοκληρώθηκαν, ολοκληρωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ολοκληρώσει
έχω ολοκληρωμένο
έχουμε ολοκληρώσει
έχουμε ολοκληρωμένο
έχω ολοκληρωθεί
είμαι ολοκληρωμένος, -η
έχουμε ολοκληρωθεί
είμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
έχεις ολοκληρώσει
έχεις ολοκληρωμένο
έχετε ολοκληρώσει
έχετε ολοκληρωμένο
έχεις ολοκληρωθεί
είσαι ολοκληρωμένος, -η
έχετε ολοκληρωθεί
είστε ολοκληρωμένοι, -ες
έχει ολοκληρώσει
έχει ολοκληρωμένο
έχουν ολοκληρώσει
έχουν ολοκληρωμένο
έχει ολοκληρωθεί
είναι ολοκληρωμένος, -η, -ο
έχουν ολοκληρωθεί
είναι ολοκληρωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ολοκληρώσει
είχα ολοκληρωμένο
είχαμε ολοκληρώσει
είχαμε ολοκληρωμένο
είχα ολοκληρωθεί
ήμουν ολοκληρωμένος, -η
είχαμε ολοκληρωθεί
ήμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
είχες ολοκληρώσει
είχες ολοκληρωμένο
είχατε ολοκληρώσει
είχατε ολοκληρωμένο
είχες ολοκληρωθεί
ήσουν ολοκληρωμένος, -η
είχατε ολοκληρωθεί
ήσαστε ολοκληρωμένοι, -ες
είχε ολοκληρώσει
είχε ολοκληρωμένο
είχαν ολοκληρώσει
είχαν ολοκληρωμένο
είχε ολοκληρωθεί
ήταν ολοκληρωμένος, -η, -ο
είχαν ολοκληρωθεί
ήταν ολοκληρωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ολοκληρώνωθα ολοκληρώνουμε, θα ολοκληρώνομεθα ολοκληρώνομαιθα ολοκληρωνόμαστε
θα ολοκληρώνειςθα ολοκληρώνετεθα ολοκληρώνεσαιθα ολοκληρώνεστε, θα ολοκληρωνόσαστε
θα ολοκληρώνειθα ολοκληρώνουν(ε)θα ολοκληρώνεταιθα ολοκληρώνονται
Fut
ur
θα ολοκληρώσωθα ολοκληρώσουμε, θα ολοκληρώσομεθα ολοκληρωθώθα ολοκληρωθούμε
θα ολοκληρώσειςθα ολοκληρώσετεθα ολοκληρωθείςθα ολοκληρωθείτε
θα ολοκληρώσειθα ολοκληρώσουνθα ολοκληρωθείθα ολοκληρωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ολοκληρώσει
θα έχω ολοκληρωμένο
θα έχουμε ολοκληρώσει
θα έχουμε ολοκληρωμένο
θα έχω ολοκληρωθεί
θα είμαι ολοκληρωμένος, -η
θα έχουμε ολοκληρωθεί
θα είμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
θα έχεις ολοκληρώσει
θα έχεις ολοκληρωμένο
θα έχετε ολοκληρώσει
θα έχετε ολοκληρωμένο
θα έχεις ολοκληρωθεί
θα είσαι ολοκληρωμένος, -η
θα έχετε ολοκληρωθεί
θα είστε ολοκληρωμένοι, -ες
θα έχει ολοκληρώσει
θα έχει ολοκληρωμένο
θα έχουν ολοκληρώσει
θα έχουν ολοκληρωμένο
θα έχει ολοκληρωθεί
θα είναι ολοκληρωμένος, -η, -ο
θα έχουν ολοκληρωθεί
θα είναι ολοκληρωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ολοκληρώνωνα ολοκληρώνουμε, να ολοκληρώνομενα ολοκληρώνομαινα ολοκληρωνόμαστε
να ολοκληρώνειςνα ολοκληρώνετενα ολοκληρώνεσαινα ολοκληρώνεστε, να ολοκληρωνόσαστε
να ολοκληρώνεινα ολοκληρώνουν(ε)να ολοκληρώνεταινα ολοκληρώνονται
Aoristνα ολοκληρώσωνα ολοκληρώσουμε, να ολοκληρώσομενα ολοκληρωθώνα ολοκληρωθούμε
να ολοκληρώσειςνα ολοκληρώσετενα ολοκληρωθείςνα ολοκληρωθείτε
να ολοκληρώσεινα ολοκληρώσουν(ε)να ολοκληρωθείνα ολοκληρωθούν(ε)
Perfνα έχω ολοκληρώσει
να έχω ολοκληρωμένο
να έχουμε ολοκληρώσει
να έχουμε ολοκληρωμένο
να έχω ολοκληρωθεί
να είμαι ολοκληρωμένος, -η
να έχουμε ολοκληρωθεί
να είμαστε ολοκληρωμένοι, -ες
να έχεις ολοκληρώσει
να έχεις ολοκληρωμένο
να έχετε ολοκληρώσει
να έχετε ολοκληρωμένο
να έχεις ολοκληρωθεί
να είσαι ολοκληρωμένος, -η
να έχετε ολοκληρωθεί
να είστε ολοκληρωμένοι, -ες
να έχει ολοκληρώσει
να έχει ολοκληρωμένο
να έχουν ολοκληρώσει
να έχουν ολοκληρωμένο
να έχει ολοκληρωθεί
να είναι ολοκληρωμένος, -η, -ο
να έχουν ολοκληρωθεί
να είναι ολοκληρωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presολοκλήρωνεολοκληρώνετεολοκληρώνεστε
Aoristολοκλήρωσεολοκληρώστε, ολοκληρώσετεολοκληρώσουολοκληρωθείτε
Part
izip
Presολοκληρώνοντας
Perfέχοντας ολοκληρώσει, έχοντας ολοκληρωμένοολοκληρωμένος, -η, -οολοκληρωμένοι, -ες, -α
InfinAoristολοκληρώσειολοκληρωθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τερματίζωτερματίζουμε, τερματίζομετερματίζομαιτερματιζόμαστε
τερματίζειςτερματίζετετερματίζεσαιτερματίζεστε, τερματιζόσαστε
τερματίζειτερματίζουν(ε)τερματίζεταιτερματίζονται
Imper
fekt
τερμάτιζατερματίζαμετερματιζόμουν(α)τερματιζόμαστε, τερματιζόμασταν
τερμάτιζεςτερματίζατετερματιζόσουν(α)τερματιζόσαστε, τερματιζόσασταν
τερμάτιζετερμάτιζαν, τερματίζαν(ε)τερματιζόταν(ε)τερματίζονταν, τερματιζόντανε, τερματιζόντουσαν
Aoristτερμάτισατερματίσαμετερματίστηκατερματιστήκαμε
τερμάτισεςτερματίσατετερματίστηκεςτερματιστήκατε
τερμάτισετερμάτισαν, τερματίσαν(ε)τερματίστηκετερματίστηκαν, τερματιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω τερματίσει
έχω τερματισμένο
έχουμε τερματίσει
έχουμε τερματισμένο
έχω τερματιστεί
είμαι τερματισμένος, -η
έχουμε τερματιστεί
είμαστε τερματισμένοι, -ες
έχεις τερματίσει
έχεις τερματισμένο
έχετε τερματίσει
έχετε τερματισμένο
έχεις τερματιστεί
είσαι τερματισμένος, -η
έχετε τερματιστεί
είστε τερματισμένοι, -ες
έχει τερματίσει
έχει τερματισμένο
έχουν τερματίσει
έχουν τερματισμένο
έχει τερματιστεί
είναι τερματισμένος, -η, -ο
έχουν τερματιστεί
είναι τερματισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα τερματίσει
είχα τερματισμένο
είχαμε τερματίσει
είχαμε τερματισμένο
είχα τερματιστεί
ήμουν τερματισμένος, -η
είχαμε τερματιστεί
ήμαστε τερματισμένοι, -ες
είχες τερματίσει
είχες τερματισμένο
είχατε τερματίσει
είχατε τερματισμένο
είχες τερματιστεί
ήσουν τερματισμένος, -η
είχατε τερματιστεί
ήσαστε τερματισμένοι, -ες
είχε τερματίσει
είχε τερματισμένο
είχαν τερματίσει
είχαν τερματισμένο
είχε τερματιστεί
ήταν τερματισμένος, -η, -ο
είχαν τερματιστεί
ήταν τερματισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τερματίζωθα τερματίζουμε, θα τερματίζομεθα τερματίζομαιθα τερματιζόμαστε
θα τερματίζειςθα τερματίζετεθα τερματίζεσαιθα τερματίζεστε, θα τερματιζόσαστε
θα τερματίζειθα τερματίζουν(ε)θα τερματίζεταιθα τερματίζονται
Fut
ur
θα τερματίσωθα τερματίσουμε, θα τερματίζομεθα τερματιστώθα τερματιστούμε
θα τερματίσειςθα τερματίσετεθα τερματιστείςθα τερματιστείτε
θα τερματίσειθα τερματίσουν(ε)θα τερματιστείθα τερματιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τερματίσει
θα έχω τερματισμένο
θα έχουμε τερματίσει
θα έχουμε τερματισμένο
θα έχω τερματιστεί
θα είμαι τερματισμένος, -η
θα έχουμε τερματιστεί
θα είμαστε τερματισμένοι, -ες
θα έχεις τερματίσει
θα έχεις τερματισμένο
θα έχετε τερματίσει
θα έχετε τερματισμένο
θα έχεις τερματιστεί
θα είσαι τερματισμένος, -η
θα έχετε τερματιστεί
θα είστε τερματισμένοι, -ες
θα έχει τερματίσει
θα έχει τερματισμένο
θα έχουν τερματίσει
θα έχουν τερματισμένο
θα έχει τερματιστεί
θα είναι τερματισμένος, -η, -ο
θα έχουν τερματιστεί
θα είναι τερματισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τερματίζωνα τερματίζουμε, να τερματίζομενα τερματίζομαινα τερματιζόμαστε
να τερματίζειςνα τερματίζετενα τερματίζεσαινα τερματίζεστε, να τερματιζόσαστε
να τερματίζεινα τερματίζουν(ε)να τερματίζεταινα τερματίζονται
Aoristνα τερματίσωνα τερματίσουμε, να τερματίσομενα τερματιστώνα τερματιστούμε
να τερματίσειςνα τερματίσετενα τερματιστείςνα τερματιστείτε
να τερματίσεινα τερματίσουν(ε)να τερματιστείνα τερματιστούν(ε)
Perfνα έχω τερματίσει
να έχω τερματισμένο
να έχουμε τερματίσει
να έχουμε τερματισμένο
να έχω τερματιστεί
να είμαι τερματισμένος, -η
να έχουμε τερματιστεί
να είμαστε τερματισμένοι, -ες
να έχεις τερματίσει
να έχεις τερματισμένο
να έχετε τερματίσει
να έχετε τερματισμένο
να έχεις τερματιστεί
να είσαι τερματισμένος, -η
να έχετε τερματιστεί
να είστε τερματισμένοι, -ες
να έχει τερματίσει
να έχει τερματισμένο
να έχουν τερματίσει
να έχουν τερματισμένο
να έχει τερματιστεί
να είναι τερματισμένος, -η, -ο
να έχουν τερματιστεί
να είναι τερματισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτερμάτιζετερματίζετετερματίζεστε
Aoristτερμάτισετερματίστετερματίσουτερματιστείτε
Part
izip
Presτερματίζονταςτερματιζόμενος
Perfέχοντας τερματίσει, έχοντας τερματισμένοτερματισμένος, -η, -οτερματισμένοι, -ες, -α
InfinAoristτερματίσειτερματιστεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διακόπτωδιακόπτουμε, διακόπτομεδιακόπτομαιδιακοπτόμαστε
διακόπτειςδιακόπτετεδιακόπτεσαιδιακόπτεστε, διακοπτόσαστε
διακόπτειδιακόπτουν(ε)διακόπτεταιδιακόπτονται
Imper
fekt
διέκοπταδιακόπταμεδιακοπτόμουν(α)διακοπτόμαστε, διακοπτόμασταν
διέκοπτεςδιακόπτατεδιακοπτόσουν(α)διακοπτόσαστε
διέκοπτεδιέκοπταν, διακόπταν(ε)διακοπτόταν(ε)διακόπτονταν
Aoristδιέκοψαδιακόψαμεδιακόπηκαδιακοπήκαμε
διέκοψεςδιακόψατεδιακόπηκεςδιακοπήκατε
διέκοψεδιέκοψαν, διακόψαν(ε)διακόπηκεδιακόπηκαν, διακοπήκαν(ε)
Per
fekt
έχω διακόψειέχουμε διακόψειέχω διακοπείέχουμε διακοπεί
έχεις διακόψειέχετε διακόψειέχεις διακοπείέχετε διακοπεί
έχει διακόψειέχουν διακόψειέχει διακοπείέχουν διακοπεί
Plu
per
fekt
είχα διακόψειείχαμε διακόψειείχα διακοπείείχαμε διακοπεί
είχες διακόψειείχατε διακόψειείχες διακοπείείχατε διακοπεί
είχε διακόψειείχαν διακόψειείχε διακοπείείχαν διακοπεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διακόπτωθα διακόπτουμε, θα διακόπτομεθα διακόπτομαιθα διακοπτόμαστε
θα διακόπτειςθα διακόπτετεθα διακόπτεσαιθα διακόπτεστε, θα διακοπτόσαστε
θα διακόπτειθα διακόπτουν(ε)θα διακόπτεταιθα διακόπτονται
Fut
ur
θα διακόψωθα διακόψουμε, θα διακόψομεθα διακοπώθα διακοπούμε
θα διακόψειςθα διακόψετεθα διακοπείςθα διακοπείτε
θα διακόψειθα διακόψουν(ε)θα διακοπείθα διακοπούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διακόψειθα έχουμε διακόψειθα έχω διακοπείθα έχουμε διακοπεί
θα έχεις διακόψειθα έχετε διακόψειθα έχεις διακοπείθα έχετε διακοπεί
θα έχει διακόψειθα έχουν διακόψειθα έχει διακοπείθα έχουν διακοπεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διακόπτωνα διακόπτουμε, να διακόπτομενα διακόπτομαινα διακοπτόμαστε
να διακόπτειςνα διακόπτετενα διακόπτεσαινα διακόπτεστε, να διακοπτόσαστε
να διακόπτεινα διακόπτουν(ε)να διακόπτεταινα διακόπτονται
Aoristνα διακόψωνα διακόψουμε, να διακόψομενα διακοπώνα διακοπούμε
να διακόψειςνα διακόψετενα διακοπείςνα διακοπείτε
να διακόψεινα διακόψουν(ε)να διακοπείνα διακοπούν(ε)
Perfνα έχω διακόψεινα έχουμε διακόψεινα έχω διακοπείνα έχουμε διακοπεί
να έχεις διακόψεινα έχετε διακόψεινα έχεις διακοπείνα έχετε διακοπεί
να έχει διακόψεινα έχουν διακόψεινα έχει διακοπείνα έχουν διακοπεί
Imper
ativ
Presδιακόπτεδιακόπτετεδιακόπτεστε
Aoristδιακόψεδιακόψετε, διακόψτεδιακόψουδιακοπείτε
Part
izip
Presδιακόπτονταςδιακοπτόμενος
Perfέχοντας διακόψειδιακεκομμένος, -η, -οδιακεκομμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιακόψειδιακοπεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback