διακόπτω  Verb  [diakopto, thiakopto, diakoptw]

Ähnliche Bedeutung wie διακόπτω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διακόπτω

... 38°11′29″N 22°11′53″E / 38.19139°N 22.19806°E / 38.19139; 22.19806 Το Διακοπτό είναι παραθαλάσσια κωμόπολη του Νομού Αχαΐας χτισμένη στις ακτές του Κορινθιακού ...

... 22611°E / 38.13444; 22.22611 Το Άνω Διακοπτό είναι χωριό της Αχαΐας και δημοτικό διαμέρισμα του πρώην Δήμου Διακοπτού. Το χωριό είναι χτισμένο στις πλαγιές ...

... Ο Αθλητικός Όμιλος Διακοπτού είναι ποδοσφαιρικός σύλλογος της Αχαΐας με έδρα την κωμόπολη του Διακοπτού. Ιδρύθηκε το 1981 με αριθμό μητρώου Ε.Π.Ο. 3201 ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze unterbrechen

... Wegen der unabdingbar notwendigen Anwesenheit der alle Teilnehmer langweilenden Vorsitzenden, die niemand zu unterbrechen wagt, sind ihre Versammlungen ziemlich triste Angelegenheiten. ...

... An einigen Orten unterbrechen unerwartet krumme und sehr enge Gassen die Regelmäßigkeit des Straßennetzes. ...

... Da treffen Sie mich aber an einem Punkt, wo ich das Interview jetzt doch gern unterbrechen möchte. ...

Quelle: xeklat, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΔΙΑΚΟΠΤΩ
I interrupt
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διακόπτωδιακόπτουμε, διακόπτομεδιακόπτομαιδιακοπτόμαστε
διακόπτειςδιακόπτετεδιακόπτεσαιδιακόπτεστε, διακοπτόσαστε
διακόπτειδιακόπτουν(ε)διακόπτεταιδιακόπτονται
Imper
fekt
διέκοπταδιακόπταμεδιακοπτόμουν(α)διακοπτόμαστε, διακοπτόμασταν
διέκοπτεςδιακόπτατεδιακοπτόσουν(α)διακοπτόσαστε
διέκοπτεδιέκοπταν, διακόπταν(ε)διακοπτόταν(ε)διακόπτονταν
Aoristδιέκοψαδιακόψαμεδιακόπηκαδιακοπήκαμε
διέκοψεςδιακόψατεδιακόπηκεςδιακοπήκατε
διέκοψεδιέκοψαν, διακόψαν(ε)διακόπηκεδιακόπηκαν, διακοπήκαν(ε)
Per
fect
έχω διακόψειέχουμε διακόψειέχω διακοπείέχουμε διακοπεί
έχεις διακόψειέχετε διακόψειέχεις διακοπείέχετε διακοπεί
έχει διακόψειέχουν διακόψειέχει διακοπείέχουν διακοπεί
Plu
per
fect
είχα διακόψειείχαμε διακόψειείχα διακοπείείχαμε διακοπεί
είχες διακόψειείχατε διακόψειείχες διακοπείείχατε διακοπεί
είχε διακόψειείχαν διακόψειείχε διακοπείείχαν διακοπεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διακόπτωθα διακόπτουμε, θα διακόπτομεθα διακόπτομαιθα διακοπτόμαστε
θα διακόπτειςθα διακόπτετεθα διακόπτεσαιθα διακόπτεστε, θα διακοπτόσαστε
θα διακόπτειθα διακόπτουν(ε)θα διακόπτεταιθα διακόπτονται
Fut
ur
θα διακόψωθα διακόψουμε, θα διακόψομεθα διακοπώθα διακοπούμε
θα διακόψειςθα διακόψετεθα διακοπείςθα διακοπείτε
θα διακόψειθα διακόψουν(ε)θα διακοπείθα διακοπούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διακόψειθα έχουμε διακόψειθα έχω διακοπείθα έχουμε διακοπεί
θα έχεις διακόψειθα έχετε διακόψειθα έχεις διακοπείθα έχετε διακοπεί
θα έχει διακόψειθα έχουν διακόψειθα έχει διακοπείθα έχουν διακοπεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διακόπτωνα διακόπτουμε, να διακόπτομενα διακόπτομαινα διακοπτόμαστε
να διακόπτειςνα διακόπτετενα διακόπτεσαινα διακόπτεστε, να διακοπτόσαστε
να διακόπτεινα διακόπτουν(ε)να διακόπτεταινα διακόπτονται
Aoristνα διακόψωνα διακόψουμε, να διακόψομενα διακοπώνα διακοπούμε
να διακόψειςνα διακόψετενα διακοπείςνα διακοπείτε
να διακόψεινα διακόψουν(ε)να διακοπείνα διακοπούν(ε)
Perfνα έχω διακόψεινα έχουμε διακόψεινα έχω διακοπείνα έχουμε διακοπεί
να έχεις διακόψεινα έχετε διακόψεινα έχεις διακοπείνα έχετε διακοπεί
να έχει διακόψεινα έχουν διακόψεινα έχει διακοπείνα έχουν διακοπεί
Imper
ativ
Presδιακόπτεδιακόπτετεδιακόπτεστε
Aoristδιακόψεδιακόψετε, διακόψτεδιακόψουδιακοπείτε
Part
izip
Presδιακόπτονταςδιακοπτόμενος
Perfέχοντας διακόψειδιακεκομμένος, -η, -οδιακεκομμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιακόψειδιακοπεί








Griechische Definition zu διακόπτω

διακόπτω [δiakópto] -ομαι Ρ αόρ. διέκοψα, απαρέμφ. διακόψει, παθ. αόρ. διακόπηκα, απαρέμφ. διακοπεί, μππ. διακεκομμένος* : ΣYN σταματώ. 1α. δίνω ένα προσωρινό ή οριστικό τέλος σε μια πορεία, σε μια διαδικασία ή σε μια δραστηριότητα που δεν έχει ολοκληρωθεί: Θα διακόψω το ταξίδι μου στη Λάρισα για λίγες ώρες / μέρες. Tο μεσημέρι διακόπτουν οι υπάλληλοι τη δουλειά για να ξεκουραστούν. Θα διακόψουμε (τα μαθήματα) για το Πάσχα. Tα σχολεία διακόπτουν (τα μαθήματα) το καλοκαίρι. H συζήτηση / οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν απότομα. Aποφάσισε να μη συνεχίσει τις σπουδές του, αλλά να τις διακόψει. Θα διακοπεί η χρηματοδότηση του έργου. Mου διέκοψες τον ύπνο / το φαγητό (στη μέση). Διέκοψαν τις σχέσεις τους. Διέκοψε με όλους τους φίλους του / με την κοπέλα του, διέκοψε τις σχέσεις. β. εμποδίζω ή δεν επιτρέπω να λειτουργήσει κτ. ή να διεξαχθεί ομαλά: Θα διακόψουν την παροχή του ηλεκτρικού / του νερού. Διακόπηκε η κυκλοφορία (των αυτοκινήτων) στην εθνική οδό. Διακόπηκαν οι αεροπορικές πτήσεις. γ. εμποδίζω ή δεν επιτρέπω σε κπ. να συνεχίσει να κάνει κτ.: Mε διέκοψε από το διάβασμα / από τη δουλειά μου. Mη με διακόπτεις όταν γράφω. Tον διέκοψαν από τη δουλειά, τον απέλυσαν. || δεν αφήνω κπ. να συνεχίσει το λόγο του, τον σταματώ όταν μιλάει: Άφησέ με να ολοκληρώσω τη σκέψη μου και μη με διακόπτεις συνέχεια. Mου επιτρέπεις να σε διακόψω ένα λεπτό, για να συμπληρώσω κάτι; Tο λόγο του τον διέκοπταν χειροκροτήματα / συνθήματα διαμαρτυρίας. || Ενώ μιλούσαμε (στο τηλέφωνο) μας διέκοψαν, διακόπηκε η τηλεφωνική σύνδεση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διακόπτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15