τερματίζω  Verb  [termatizo, termatizw]

Ähnliche Bedeutung wie τερματίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze τερματίζω

... τερματίζει 9η. Πρόεδρος ο κ. Νίκου. Περίοδος 1979-1980 Β’ Εθνική κατηγορία και τερματίζει 7η θέση Περίοδος 1980-1981 Β’ Εθνική κατηγορία τερματίζει 16η ...

... βαθμολογικού πίνακα ανακηρύσσεται πρωταθλήτρια της κατηγορίας. Οι ομάδες που τερματίζουν στις πρώτες θέσεις μπορεί να προαχθούν σε ανώτερη κατηγορία και οι ομάδες ...

... φορά στην ιστορία της. Στις πρώτες συμμετοχές της στην ανώτατη κατηγορία τερμάτιζε στις τελευταίες θέσεις του βαθμολογικού πίνακα, με εξαίρεση τις περιόδους ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beenden

... Die Olympischen Spiele als Zweiter beenden ergibt Silber. Als Zweiter die Politik beenden führt dich in die Vergessenheit. ...

... Er sagte mir, dass ich die Arbeit um sechs beenden müsse. ...

... Ich hoffe, unsere unglückliche Beziehung beenden zu können. ...

Quelle: Esperantostern, jakov, Hans_Adler

Grammatik


ΤΕΡΜΑΤΙΖΩ
I terminate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τερματίζωτερματίζουμε, τερματίζομετερματίζομαιτερματιζόμαστε
τερματίζειςτερματίζετετερματίζεσαιτερματίζεστε, τερματιζόσαστε
τερματίζειτερματίζουν(ε)τερματίζεταιτερματίζονται
Imper
fekt
τερμάτιζατερματίζαμετερματιζόμουν(α)τερματιζόμαστε, τερματιζόμασταν
τερμάτιζεςτερματίζατετερματιζόσουν(α)τερματιζόσαστε, τερματιζόσασταν
τερμάτιζετερμάτιζαν, τερματίζαν(ε)τερματιζόταν(ε)τερματίζονταν, τερματιζόντανε, τερματιζόντουσαν
Aoristτερμάτισατερματίσαμετερματίστηκατερματιστήκαμε
τερμάτισεςτερματίσατετερματίστηκεςτερματιστήκατε
τερμάτισετερμάτισαν, τερματίσαν(ε)τερματίστηκετερματίστηκαν, τερματιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω τερματίσει
έχω τερματισμένο
έχουμε τερματίσει
έχουμε τερματισμένο
έχω τερματιστεί
είμαι τερματισμένος, -η
έχουμε τερματιστεί
είμαστε τερματισμένοι, -ες
έχεις τερματίσει
έχεις τερματισμένο
έχετε τερματίσει
έχετε τερματισμένο
έχεις τερματιστεί
είσαι τερματισμένος, -η
έχετε τερματιστεί
είστε τερματισμένοι, -ες
έχει τερματίσει
έχει τερματισμένο
έχουν τερματίσει
έχουν τερματισμένο
έχει τερματιστεί
είναι τερματισμένος, -η, -ο
έχουν τερματιστεί
είναι τερματισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα τερματίσει
είχα τερματισμένο
είχαμε τερματίσει
είχαμε τερματισμένο
είχα τερματιστεί
ήμουν τερματισμένος, -η
είχαμε τερματιστεί
ήμαστε τερματισμένοι, -ες
είχες τερματίσει
είχες τερματισμένο
είχατε τερματίσει
είχατε τερματισμένο
είχες τερματιστεί
ήσουν τερματισμένος, -η
είχατε τερματιστεί
ήσαστε τερματισμένοι, -ες
είχε τερματίσει
είχε τερματισμένο
είχαν τερματίσει
είχαν τερματισμένο
είχε τερματιστεί
ήταν τερματισμένος, -η, -ο
είχαν τερματιστεί
ήταν τερματισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τερματίζωθα τερματίζουμε, θα τερματίζομεθα τερματίζομαιθα τερματιζόμαστε
θα τερματίζειςθα τερματίζετεθα τερματίζεσαιθα τερματίζεστε, θα τερματιζόσαστε
θα τερματίζειθα τερματίζουν(ε)θα τερματίζεταιθα τερματίζονται
Fut
ur
θα τερματίσωθα τερματίσουμε, θα τερματίζομεθα τερματιστώθα τερματιστούμε
θα τερματίσειςθα τερματίσετεθα τερματιστείςθα τερματιστείτε
θα τερματίσειθα τερματίσουν(ε)θα τερματιστείθα τερματιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τερματίσει
θα έχω τερματισμένο
θα έχουμε τερματίσει
θα έχουμε τερματισμένο
θα έχω τερματιστεί
θα είμαι τερματισμένος, -η
θα έχουμε τερματιστεί
θα είμαστε τερματισμένοι, -ες
θα έχεις τερματίσει
θα έχεις τερματισμένο
θα έχετε τερματίσει
θα έχετε τερματισμένο
θα έχεις τερματιστεί
θα είσαι τερματισμένος, -η
θα έχετε τερματιστεί
θα είστε τερματισμένοι, -ες
θα έχει τερματίσει
θα έχει τερματισμένο
θα έχουν τερματίσει
θα έχουν τερματισμένο
θα έχει τερματιστεί
θα είναι τερματισμένος, -η, -ο
θα έχουν τερματιστεί
θα είναι τερματισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τερματίζωνα τερματίζουμε, να τερματίζομενα τερματίζομαινα τερματιζόμαστε
να τερματίζειςνα τερματίζετενα τερματίζεσαινα τερματίζεστε, να τερματιζόσαστε
να τερματίζεινα τερματίζουν(ε)να τερματίζεταινα τερματίζονται
Aoristνα τερματίσωνα τερματίσουμε, να τερματίσομενα τερματιστώνα τερματιστούμε
να τερματίσειςνα τερματίσετενα τερματιστείςνα τερματιστείτε
να τερματίσεινα τερματίσουν(ε)να τερματιστείνα τερματιστούν(ε)
Perfνα έχω τερματίσει
να έχω τερματισμένο
να έχουμε τερματίσει
να έχουμε τερματισμένο
να έχω τερματιστεί
να είμαι τερματισμένος, -η
να έχουμε τερματιστεί
να είμαστε τερματισμένοι, -ες
να έχεις τερματίσει
να έχεις τερματισμένο
να έχετε τερματίσει
να έχετε τερματισμένο
να έχεις τερματιστεί
να είσαι τερματισμένος, -η
να έχετε τερματιστεί
να είστε τερματισμένοι, -ες
να έχει τερματίσει
να έχει τερματισμένο
να έχουν τερματίσει
να έχουν τερματισμένο
να έχει τερματιστεί
να είναι τερματισμένος, -η, -ο
να έχουν τερματιστεί
να είναι τερματισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτερμάτιζετερματίζετετερματίζεστε
Aoristτερμάτισετερματίστετερματίσουτερματιστείτε
Part
izip
Presτερματίζονταςτερματιζόμενος
Perfέχοντας τερματίσει, έχοντας τερματισμένοτερματισμένος, -η, -οτερματισμένοι, -ες, -α
InfinAoristτερματίσειτερματιστεί




Griechische Definition zu τερματίζω

τερματίζω [termatízo] -ομαι : 1. (χρονικά, συνήθ. παθ.) βάζω τέρμα σε κτ., το τελειώνω: Tερματίστηκαν οι συνομιλίες / οι θεατρικές παραστάσεις. H υπόθεση θεωρείται οριστικά τερματισμένη. τερματίζω τη ζωή μου, πεθαίνω ή θέτω τέρμα στη ζωή μου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τερματίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15