τελειώνω Verb  [teliono, teleiwnw]

  Verb
(14)
  Verb
(2)
(0)

Etymologie zu τελειώνω

τελειώνω altgriechisch τελειόω / τελειῶ τέλειος τέλος proto-indogermanisch *kʷel- (κινώ, στρίβω)


GriechischDeutsch
Για να τελειώνω, κυρία Πρόεδρε, η κοινή λογική θα έπρεπε να είναι επίσης αυτή που θα σταματούσε τις διαμαρτυρίες και θα καθιέρωνε την καλή συμπεριφορά στο Κοινοβούλιο.Schließlich wäre es auch ein Akt des gesunden Menschenverstands, das Gezeter zu beenden und aufzutreten, wie es einem Parlament gebührt.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Grammatik zu τελειώνω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τελειώνωτελειώνουμε, τελειώνομε
τελειώνειςτελειώνετε
τελειώνειτελειώνουν(ε)
Imper
fekt
τέλειωνα, τελείωνατελείωναμε, τελειώναμε
τέλειωνες, τελείωνεςτελείωνατε, τελειώνατε
τέλειωνε, τελείωνετέλειωναν, τελείωναν(ε)
Aoristτέλειωσα, τελείωσατελείωσαμε, τελειώσαμε
τέλειωσες, τελείωσεςτελείωσατε, τελειώσατε
τέλειωσε, τελείωσετελείωσαν, τελειώσαν(ε)
Per
fekt
έχω τελειώσει
έχω τελειωμένο
έχουμε τελειώσει
έχουμε τελειωμένο
έχεις τελειώσει
έχεις τελειωμένο
έχετε τελειώσει
έχετε τελειωμένο
έχει τελειώσει
έχει τελειωμένο
έχουν τελειώσει
έχουν τελειωμένο
Plu
per
fekt
είχα τελειώσει
είχα τελειωμένο
είχαμε τελειώσει
είχαμε τελειωμένο
είχες τελειώσει
είχες τελειωμένο
είχατε τελειώσει
είχατε τελειωμένο
είχε τελειώσει
είχε τελειωμένο
είχαν τελειώσει
είχαν τελειωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τελειώνωθα τελειώνουμε, θα τελειώνομε
θα τελειώνειςθα τελειώνετε
θα τελειώνειθα τελειώνουν(ε)
Fut
ur
θα τελειώσωθα τελειώσουμε, θα τελειώσομε
θα τελειώσειςθα τελειώσετε
θα τελειώσειθα τελειώσουν
Fut
ur II
θα έχω τελειώσει
θα έχω τελειωμένο
θα έχουμε τελειώσει
θα έχουμε τελειωμένο
θα έχεις τελειώσει
θα έχεις τελειωμένο
θα έχετε τελειώσει
θα έχετε τελειωμένο
θα έχει τελειώσει
θα έχει τελειωμένο
θα έχουν τελειώσει
θα έχουν τελειωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τελειώνωνα τελειώνουμε, να τελειώνομε
να τελειώνειςνα τελειώνετε
να τελειώνεινα τελειώνουν(ε)
Aoristνα τελειώσωνα τελειώσουμε, να τελειώσομε
να τελειώσειςνα τελειώσετε
να τελειώσεινα τελειώσουν(ε)
Perfνα έχω τελειώσει
να έχω τελειωμένο
να έχουμε τελειώσει
να έχουμε τελειωμένο
να έχεις τελειώσει
να έχεις τελειωμένο
να έχετε τελειώσει
να έχετε τελειωμένο
να έχει τελειώσει
να έχει τελειωμένο
να έχουν τελειώσει
να έχουν τελειωμένο
Imper
ativ
Presτελείωνετελειώνετε
Aoristτελείωσετελειώσετε, τελειώστε
Part
izip
Presτελειώνοντας
Perfέχοντας τελειώσει
InfinAoristτελειώσει







Griechische Definition zu τελειώνω

τελειώνω [telóno & tedivóno] Ρ1α μππ. τελειωμένος : ANT αρχίζω στις σημ. 1, 2 1. ολοκληρώνω μια ενέργεια, φέρνω στο τέρμα μια διαδικασία: τελειώνω τη δουλειά μου. τελειώνω το βιβλίο / το διάβασμα του βιβλίου. Tο σπίτι δεν είναι ακόμη τελειωμένο. τελειώνω το σχολείο / τις σπουδές μου. Είναι τελειωμένος γιατρός, έχει τελειώσει τις σπουδές του. Tέλειωνε, μην αργείς! Nα τελειώνου με μ΄ αυτή την ιστορία, να δώσουμε επιτέλους μια λύση. (έκφρ.) τελειωμέ να πράγματα, για κτ. που έχει οριστικά συμφωνηθεί. α2. ολοκληρώνομαι, φθάνω στο τέλος ή συμπληρώνω μια περίοδο, έναν κύκλο: Tέλειωσε η δουλειά / το φαγητό. Tέλειωσε το πλυντήριο, το πλύσιμο. || λήγω: Tελειώ νει ο πόλεμος / η παράσταση / η σχολική χρονιά / ο μήνας / η προθεσμία. Πρέπει να τελειώσει επιτέλους αυτή η υπόθεση. || για οριστική απόφαση να μη συνεχιστεί κτ., στις εκφράσεις τελείωσε / τέρμα και τελείωσε, δεν πρόκειται να το ξανακάνω. τέλειωσαν τα ψέματα*. β. (για το τελικό στάδιο μιας ενέργειας, μιας διαδικασίας) ολοκληρώνω, συμπληρώνω με κτ.: Tέλειωσε τη διάλεξη με την προβολή φωτεινών διαφανειών. || ολοκληρώνομαι, συμπληρώνομαι με κτ.: H γιορτή τελείωσε με την απονομή βραβείων, έληξε. Tο βιβλίο τελειώνει με πίνακες ονομάτων και πραγμάτων. Ονόματα / ρήματα που το θέμα τους τελειώνει σε φωνήεν / σε σύμφωνο, που λήγει, έχει ως κατάληξη. γ. (για να απαλύνουμε την έννοια του θανά του) πεθαίνω: Tελείωσε σήμερα το πρωί. Δεν μπορώ άλλο, τελειώνω! (έκφρ.) με τέλειωσες, (φτάνει πια!), με ταλαιπώρησες πολύ. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback