absperren
 

αποκλείω Verb
(0)

Anzeige
DeutschGriechisch
Alles absperren.Αμπαρώστε την πόρτα.

Übersetzung nicht bestätigt

Was soll ich absperren?Ποιο από τα δύο θέλετε να σας κόψουμε;

Übersetzung nicht bestätigt

Alle Straßen absperren, diesmal kriegen wir ihn.Σκορπιστείτε και κλείστε όλους τους δρόμους.Δεν θα το σκάσει αυτή τη φορά. Ακολουθείστε με!

Übersetzung nicht bestätigt

Vielleicht sollten wir hier absperren.Ίσως πρέπει να απομακρυνθούμε τον κόσμο.

Übersetzung nicht bestätigt

Ruft Kontrollpunkt 4! Sie sollen Straße 6 absperren!Έχει στηθεί μπλόκο στην οδό 6!

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik

Noch keine Informationen zur Grammatik vorhanden.



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποκλείωαποκλείουμε, αποκλείομεαποκλείομαιαποκλειόμαστε
αποκλείειςαποκλείετεαποκλείεσαιαποκλείεστε, αποκλειόσαστε
αποκλείειαποκλείουν(ε)αποκλείεταιαποκλείονται
Imper
fekt
απέκλειααποκλείαμεαποκλειόμουν(α)αποκλειόμαστε
απέκλειεςαποκλείατεαποκλειόσουν(α)αποκλειόσαστε
απέκλειεαπέκλειαν, αποκλείαν(ε)αποκλειόταν(ε)αποκλείονταν
Aoristαπέκλεισα, απόκλεισααποκλείσαμεαποκλείστηκααποκλειστήκαμε
απέκλεισες, απόκλεισεςαποκλείσατεαποκλείστηκεςαποκλειστήκατε
απέκλεισε, απόκλεισεαπέκλεισαν, αποκλείσαν(ε)αποκλείστηκεαποκλείστηκαν, αποκλειστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αποκλείσει
έχω αποκλεισμένο
έχουμε αποκλείσει
έχουμε αποκλεισμένο
έχω αποκλειστεί
είμαι αποκλεισμένος, -η
έχουμε αποκλειστεί
είμαστε αποκλεισμένοι, -ες
έχεις αποκλείσει
έχεις αποκλεισμένο
έχετε αποκλείσει
έχετε αποκλεισμένο
έχεις αποκλειστεί
είσαι αποκλεισμένος, -η
έχετε αποκλειστεί
είστε αποκλεισμένοι, -ες
έχει αποκλείσει
έχει αποκλεισμένο
έχουν αποκλείσει
έχουν αποκλεισμένο
έχει αποκλειστεί
είναι αποκλεισμένος, -η, -ο
έχουν αποκλειστεί
είναι αποκλεισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα αποκλείσει
είχα αποκλεισμένο
είχαμε αποκλείσει
είχαμε αποκλεισμένο
είχα αποκλειστεί
ήμουν αποκλεισμένος, -η
είχαμε αποκλειστεί
ήμαστε αποκλεισμένοι, -ες
είχες αποκλείσει
είχες αποκλεισμένο
είχατε αποκλείσει
είχατε αποκλεισμένο
είχες αποκλειστεί
ήσουν αποκλεισμένος, -η
είχατε αποκλειστεί
ήσαστε αποκλεισμένοι, -ες
είχε αποκλείσει
είχε αποκλεισμένο
είχαν αποκλείσει
είχαν αποκλεισμένο
είχε αποκλειστεί
ήταν αποκλεισμένος, -η, -ο
είχαν αποκλειστεί
ήταν αποκλεισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποκλείωθα αποκλείουμε, θα αποκλείομεθα αποκλείομαιθα αποκλειόμαστε
θα αποκλείειςθα αποκλείετεθα αποκλείεσαιθα αποκλείεστε θα αποκλειόσαστε
θα αποκλείειθα αποκλείουν(ε)θα αποκλείεταιθα αποκλείονται
Fut
ur
θα αποκλείσωθα αποκλείσουμε, θα αποκλείσομεθα αποκλειστώθα αποκλειστούμε
θα αποκλείσειςθα αποκλείσετεθα αποκλειστείςθα αποκλειστείτε
θα αποκλείσειθα αποκλείσουν(ε)θα αποκλειστείθα αποκλειστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποκλείσει
θα έχω αποκλεισμένο
θα έχουμε αποκλείσει
θα έχουμε αποκλεισμένο
θα έχω αποκλειστεί
θα είμαι αποκλεισμένος, -η
θα έχουμε αποκλειστεί
θα είμαστε αποκλεισμένοι, -ες
θα έχεις αποκλείσει
θα έχεις αποκλεισμένο
θα έχετε αποκλείσει
θα έχετε αποκλεισμένο
θα έχεις αποκλειστεί
θα είσαι αποκλεισμένος, -η
θα έχετε αποκλειστεί
θα είστε αποκλεισμένοι, -ες
θα έχει αποκλείσει
θα έχει αποκλεισμένο
θα έχουν αποκλείσει
θα έχουν αποκλεισμένο
θα έχει αποκλειστεί
θα είναι αποκλεισμένος, -η, -ο
θα έχουν αποκλειστεί
θα είναι αποκλεισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποκλείωνα αποκλείουμε, να αποκλείομενα αποκλείομαινα αποκλειόμαστε
να αποκλείειςνα αποκλείετενα αποκλείεσαινα αποκλείεστε, να αποκλειόσαστε
να αποκλείεινα αποκλείουν(ε)να αποκλείεταινα αποκλείονται
Aoristνα αποκλείσωνα αποκλείσουμε, να αποκλείσομενα αποκλειστώνα αποκλειστούμε
να αποκλείσειςνα αποκλείσετενα αποκλειστείςνα αποκλειστείτε
να αποκλείσεινα αποκλείσουν(ε)να αποκλειστείνα αποκλειστούν(ε)
Perfνα έχω αποκλείσει
να έχω αποκλεισμένο
να έχουμε αποκλείσει
να έχουμε αποκλεισμένο
να έχω αποκλειστεί
να είμαι αποκλεισμένος, -η
να έχουμε αποκλειστεί
να είμαστε αποκλεισμένοι, -ες
να έχεις αποκλείσει
να έχεις αποκλεισμένο
να έχετε αποκλείσει
να έχετε αποκλεισμένο
να έχεις αποκλειστεί
να είσαι αποκλεισμένος, -η
να έχετε αποκλειστεί
να είστε αποκλεισμένοι, -ες
να έχει αποκλείσει
να έχει αποκλεισμένο
να έχουν αποκλείσει
να έχουν αποκλεισμένο
να έχει αποκλειστεί
να είναι αποκλεισμένος, -η, -ο
να έχουν αποκλειστεί
να είναι αποκλεισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπόκλειεαποκλείετεαποκλείεστε
Aoristαπόκλεισεαποκλείσετε, αποκλείστεαποκλείσουαποκλειστείτε
Part
izip
Presαποκλείοντας
Perfέχοντας αποκλείσει, έχοντας αποκλεισμένοαποκλεισμένος, -η, -οαποκλεισμένοι, -ες, -α
InfinAoristαποκλείσειαποκλειστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback