αποκλείω  Verb  [apoklio, apokleiw]

Ähnliche Bedeutung wie αποκλείω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αποκλείω

... παρουσιάζει το έργο σε μορφή με λογική αλληλουχία και μορφική πληρότητα και αποκλείει όσους στίχους ή όσα αποσπάσματα δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις. Δείγμα ...

... συμμετέχουν οι δευτεραθλήτριες ομάδες κάθε χώρας καθώς και όσες πρωταθλήτριες αποκλείονται στο 2ο γύρο της Ευρωλίγκα. Κατάλογος νικητών Λεν Τρόφι- Άνδρες ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausschließen

... Ich fürchte, dass wir die Möglichkeit, dass sie die Krankheit haben könnte, nicht ausschließen können. ...

... Menschen schieben jede Entscheidung auf, weil sie alle Risikofaktoren ausschließen wollen. ...

... vorbehalten. Da sich die Rechtemodule ND für „Keine Bearbeitung“ und SA für „Weitergabe [von Bearbeitungen] nur unter gleichen Bedingungen“ logisch ausschließen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΠΟΚΛΕΙΩ
I block
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποκλείωαποκλείουμε, αποκλείομεαποκλείομαιαποκλειόμαστε
αποκλείειςαποκλείετεαποκλείεσαιαποκλείεστε, αποκλειόσαστε
αποκλείειαποκλείουν(ε)αποκλείεταιαποκλείονται
Imper
fekt
απέκλειααποκλείαμεαποκλειόμουν(α)αποκλειόμαστε
απέκλειεςαποκλείατεαποκλειόσουν(α)αποκλειόσαστε
απέκλειεαπέκλειαν, αποκλείαν(ε)αποκλειόταν(ε)αποκλείονταν
Aoristαπέκλεισα, απόκλεισααποκλείσαμεαποκλείστηκααποκλειστήκαμε
απέκλεισες, απόκλεισεςαποκλείσατεαποκλείστηκεςαποκλειστήκατε
απέκλεισε, απόκλεισεαπέκλεισαν, αποκλείσαν(ε)αποκλείστηκεαποκλείστηκαν, αποκλειστήκαν(ε)
Per
fect
έχω αποκλείσει
έχω αποκλεισμένο
έχουμε αποκλείσει
έχουμε αποκλεισμένο
έχω αποκλειστεί
είμαι αποκλεισμένος, -η
έχουμε αποκλειστεί
είμαστε αποκλεισμένοι, -ες
έχεις αποκλείσει
έχεις αποκλεισμένο
έχετε αποκλείσει
έχετε αποκλεισμένο
έχεις αποκλειστεί
είσαι αποκλεισμένος, -η
έχετε αποκλειστεί
είστε αποκλεισμένοι, -ες
έχει αποκλείσει
έχει αποκλεισμένο
έχουν αποκλείσει
έχουν αποκλεισμένο
έχει αποκλειστεί
είναι αποκλεισμένος, -η, -ο
έχουν αποκλειστεί
είναι αποκλεισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αποκλείσει
είχα αποκλεισμένο
είχαμε αποκλείσει
είχαμε αποκλεισμένο
είχα αποκλειστεί
ήμουν αποκλεισμένος, -η
είχαμε αποκλειστεί
ήμαστε αποκλεισμένοι, -ες
είχες αποκλείσει
είχες αποκλεισμένο
είχατε αποκλείσει
είχατε αποκλεισμένο
είχες αποκλειστεί
ήσουν αποκλεισμένος, -η
είχατε αποκλειστεί
ήσαστε αποκλεισμένοι, -ες
είχε αποκλείσει
είχε αποκλεισμένο
είχαν αποκλείσει
είχαν αποκλεισμένο
είχε αποκλειστεί
ήταν αποκλεισμένος, -η, -ο
είχαν αποκλειστεί
ήταν αποκλεισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποκλείωθα αποκλείουμε, θα αποκλείομεθα αποκλείομαιθα αποκλειόμαστε
θα αποκλείειςθα αποκλείετεθα αποκλείεσαιθα αποκλείεστε θα αποκλειόσαστε
θα αποκλείειθα αποκλείουν(ε)θα αποκλείεταιθα αποκλείονται
Fut
ur
θα αποκλείσωθα αποκλείσουμε, θα αποκλείσομεθα αποκλειστώθα αποκλειστούμε
θα αποκλείσειςθα αποκλείσετεθα αποκλειστείςθα αποκλειστείτε
θα αποκλείσειθα αποκλείσουν(ε)θα αποκλειστείθα αποκλειστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποκλείσει
θα έχω αποκλεισμένο
θα έχουμε αποκλείσει
θα έχουμε αποκλεισμένο
θα έχω αποκλειστεί
θα είμαι αποκλεισμένος, -η
θα έχουμε αποκλειστεί
θα είμαστε αποκλεισμένοι, -ες
θα έχεις αποκλείσει
θα έχεις αποκλεισμένο
θα έχετε αποκλείσει
θα έχετε αποκλεισμένο
θα έχεις αποκλειστεί
θα είσαι αποκλεισμένος, -η
θα έχετε αποκλειστεί
θα είστε αποκλεισμένοι, -ες
θα έχει αποκλείσει
θα έχει αποκλεισμένο
θα έχουν αποκλείσει
θα έχουν αποκλεισμένο
θα έχει αποκλειστεί
θα είναι αποκλεισμένος, -η, -ο
θα έχουν αποκλειστεί
θα είναι αποκλεισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποκλείωνα αποκλείουμε, να αποκλείομενα αποκλείομαινα αποκλειόμαστε
να αποκλείειςνα αποκλείετενα αποκλείεσαινα αποκλείεστε, να αποκλειόσαστε
να αποκλείεινα αποκλείουν(ε)να αποκλείεταινα αποκλείονται
Aoristνα αποκλείσωνα αποκλείσουμε, να αποκλείσομενα αποκλειστώνα αποκλειστούμε
να αποκλείσειςνα αποκλείσετενα αποκλειστείςνα αποκλειστείτε
να αποκλείσεινα αποκλείσουν(ε)να αποκλειστείνα αποκλειστούν(ε)
Perfνα έχω αποκλείσει
να έχω αποκλεισμένο
να έχουμε αποκλείσει
να έχουμε αποκλεισμένο
να έχω αποκλειστεί
να είμαι αποκλεισμένος, -η
να έχουμε αποκλειστεί
να είμαστε αποκλεισμένοι, -ες
να έχεις αποκλείσει
να έχεις αποκλεισμένο
να έχετε αποκλείσει
να έχετε αποκλεισμένο
να έχεις αποκλειστεί
να είσαι αποκλεισμένος, -η
να έχετε αποκλειστεί
να είστε αποκλεισμένοι, -ες
να έχει αποκλείσει
να έχει αποκλεισμένο
να έχουν αποκλείσει
να έχουν αποκλεισμένο
να έχει αποκλειστεί
να είναι αποκλεισμένος, -η, -ο
να έχουν αποκλειστεί
να είναι αποκλεισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπόκλειεαποκλείετεαποκλείεστε
Aoristαπόκλεισεαποκλείσετε, αποκλείστεαποκλείσουαποκλειστείτε
Part
izip
Presαποκλείοντας
Perfέχοντας αποκλείσει, έχοντας αποκλεισμένοαποκλεισμένος, -η, -οαποκλεισμένοι, -ες, -α
InfinAoristαποκλείσειαποκλειστεί












Griechische Definition zu αποκλείω

αποκλείω [apoklío] -ομαι Ρ αόρ. απέκλεισα και (σπάν.) απόκλεισα, απαρέμφ. αποκλείσει, παθ. αόρ. αποκλείστηκα, απαρέμφ. αποκλειστεί, μππ. αποκλεισμένος : 1.κλείνω μέσα ή έξω, εμποδίζω ή απαγορεύω την είσοδο, την έξοδο, τη διέλευση: Mε τις πρόσφατες χιονοπτώσεις αποκλείστηκαν πολλά ορεινά χωριά. Aπέκλεισαν με το στόλο τους τα εχθρικά λιμάνια. H εθνική οδός είναι αποκλεισμένη από τους καπνοπαραγωγούς. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αποκλείω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15