aussperren
 Verb

αποκλείω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Wenn Sie sie aussperren, wie sollen sie dann herein kommen?Και πώς περιμένεις να μπουν μέσα;

Übersetzung nicht bestätigt

So leicht kann man die Erregung aussperren.Βλέπεις πόσο εύκολα κλείνεις έξω την αναστάτωση;

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn der Meuchelmord aussperren könnt aus seinem Netz die Folgen und nur Gelingen aus der Tiefe zöge, dass mit dem Stoß, einmal für immer, alles sich abgeschlossen hätte, hier, nur hier, auf der Sandbank unserer Zeitlichkeit.Μακάρι η δολοφοvία vα άφηvε έξω απ'τα δίχτυα της τα επακόλουθα και vα έσερvε έξω μόvο τα κέρδη, Μακάρι αυτό το χτύπημα και μόvο vα αρκούσε για vα τελειώσουv όλα εδώ και τώρα. Εδώ, σ' αυτό το ακρογιάλι του καιρού, δε θα με έvοιαζε ακόμα και για τηv άλλη ζωή.

Übersetzung nicht bestätigt

Sie können mich nicht aussperren.Δεν μπορούν να με κλείσουν έξω.

Übersetzung nicht bestätigt

Wir wollten Sie nicht aussperren, sondern nur was aufräumen.Δε σας απαγορεύσαμε, απλά θέλαμε να τακτοποιήσουμε λίγο.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποκλείωαποκλείουμε, αποκλείομεαποκλείομαιαποκλειόμαστε
αποκλείειςαποκλείετεαποκλείεσαιαποκλείεστε, αποκλειόσαστε
αποκλείειαποκλείουν(ε)αποκλείεταιαποκλείονται
Imper
fekt
απέκλειααποκλείαμεαποκλειόμουν(α)αποκλειόμαστε
απέκλειεςαποκλείατεαποκλειόσουν(α)αποκλειόσαστε
απέκλειεαπέκλειαν, αποκλείαν(ε)αποκλειόταν(ε)αποκλείονταν
Aoristαπέκλεισα, απόκλεισααποκλείσαμεαποκλείστηκααποκλειστήκαμε
απέκλεισες, απόκλεισεςαποκλείσατεαποκλείστηκεςαποκλειστήκατε
απέκλεισε, απόκλεισεαπέκλεισαν, αποκλείσαν(ε)αποκλείστηκεαποκλείστηκαν, αποκλειστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αποκλείσει
έχω αποκλεισμένο
έχουμε αποκλείσει
έχουμε αποκλεισμένο
έχω αποκλειστεί
είμαι αποκλεισμένος, -η
έχουμε αποκλειστεί
είμαστε αποκλεισμένοι, -ες
έχεις αποκλείσει
έχεις αποκλεισμένο
έχετε αποκλείσει
έχετε αποκλεισμένο
έχεις αποκλειστεί
είσαι αποκλεισμένος, -η
έχετε αποκλειστεί
είστε αποκλεισμένοι, -ες
έχει αποκλείσει
έχει αποκλεισμένο
έχουν αποκλείσει
έχουν αποκλεισμένο
έχει αποκλειστεί
είναι αποκλεισμένος, -η, -ο
έχουν αποκλειστεί
είναι αποκλεισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα αποκλείσει
είχα αποκλεισμένο
είχαμε αποκλείσει
είχαμε αποκλεισμένο
είχα αποκλειστεί
ήμουν αποκλεισμένος, -η
είχαμε αποκλειστεί
ήμαστε αποκλεισμένοι, -ες
είχες αποκλείσει
είχες αποκλεισμένο
είχατε αποκλείσει
είχατε αποκλεισμένο
είχες αποκλειστεί
ήσουν αποκλεισμένος, -η
είχατε αποκλειστεί
ήσαστε αποκλεισμένοι, -ες
είχε αποκλείσει
είχε αποκλεισμένο
είχαν αποκλείσει
είχαν αποκλεισμένο
είχε αποκλειστεί
ήταν αποκλεισμένος, -η, -ο
είχαν αποκλειστεί
ήταν αποκλεισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποκλείωθα αποκλείουμε, θα αποκλείομεθα αποκλείομαιθα αποκλειόμαστε
θα αποκλείειςθα αποκλείετεθα αποκλείεσαιθα αποκλείεστε θα αποκλειόσαστε
θα αποκλείειθα αποκλείουν(ε)θα αποκλείεταιθα αποκλείονται
Fut
ur
θα αποκλείσωθα αποκλείσουμε, θα αποκλείσομεθα αποκλειστώθα αποκλειστούμε
θα αποκλείσειςθα αποκλείσετεθα αποκλειστείςθα αποκλειστείτε
θα αποκλείσειθα αποκλείσουν(ε)θα αποκλειστείθα αποκλειστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποκλείσει
θα έχω αποκλεισμένο
θα έχουμε αποκλείσει
θα έχουμε αποκλεισμένο
θα έχω αποκλειστεί
θα είμαι αποκλεισμένος, -η
θα έχουμε αποκλειστεί
θα είμαστε αποκλεισμένοι, -ες
θα έχεις αποκλείσει
θα έχεις αποκλεισμένο
θα έχετε αποκλείσει
θα έχετε αποκλεισμένο
θα έχεις αποκλειστεί
θα είσαι αποκλεισμένος, -η
θα έχετε αποκλειστεί
θα είστε αποκλεισμένοι, -ες
θα έχει αποκλείσει
θα έχει αποκλεισμένο
θα έχουν αποκλείσει
θα έχουν αποκλεισμένο
θα έχει αποκλειστεί
θα είναι αποκλεισμένος, -η, -ο
θα έχουν αποκλειστεί
θα είναι αποκλεισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποκλείωνα αποκλείουμε, να αποκλείομενα αποκλείομαινα αποκλειόμαστε
να αποκλείειςνα αποκλείετενα αποκλείεσαινα αποκλείεστε, να αποκλειόσαστε
να αποκλείεινα αποκλείουν(ε)να αποκλείεταινα αποκλείονται
Aoristνα αποκλείσωνα αποκλείσουμε, να αποκλείσομενα αποκλειστώνα αποκλειστούμε
να αποκλείσειςνα αποκλείσετενα αποκλειστείςνα αποκλειστείτε
να αποκλείσεινα αποκλείσουν(ε)να αποκλειστείνα αποκλειστούν(ε)
Perfνα έχω αποκλείσει
να έχω αποκλεισμένο
να έχουμε αποκλείσει
να έχουμε αποκλεισμένο
να έχω αποκλειστεί
να είμαι αποκλεισμένος, -η
να έχουμε αποκλειστεί
να είμαστε αποκλεισμένοι, -ες
να έχεις αποκλείσει
να έχεις αποκλεισμένο
να έχετε αποκλείσει
να έχετε αποκλεισμένο
να έχεις αποκλειστεί
να είσαι αποκλεισμένος, -η
να έχετε αποκλειστεί
να είστε αποκλεισμένοι, -ες
να έχει αποκλείσει
να έχει αποκλεισμένο
να έχουν αποκλείσει
να έχουν αποκλεισμένο
να έχει αποκλειστεί
να είναι αποκλεισμένος, -η, -ο
να έχουν αποκλειστεί
να είναι αποκλεισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπόκλειεαποκλείετεαποκλείεστε
Aoristαπόκλεισεαποκλείσετε, αποκλείστεαποκλείσουαποκλειστείτε
Part
izip
Presαποκλείοντας
Perfέχοντας αποκλείσει, έχοντας αποκλεισμένοαποκλεισμένος, -η, -οαποκλεισμένοι, -ες, -α
InfinAoristαποκλείσειαποκλειστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback