ξοδεύω  Verb  [ksodevo, ksothevo, ksodeyw]

Ähnliche Bedeutung wie ξοδεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ξοδεύω

... ευρωπαϊκές χώρες (Μεγάλη Βρετανία, Ισπανία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία) ξοδεύονται στο ποδόσφαιρο. Οι εταιρείες αποσβένουν την επένδυση αυτή από τους πολλούς ...

... αλλά δεν απέκτησαν παιδιά. Κατά την βασιλεία του πατέρας της, η Ρεφιά ξόδευε αρκετά χρήματα, όταν πέθανε αφήσε δυο εκκατομύρια Akses χρέος. Η Ρεφιά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausgeben

... Ich muss ausrechnen, wie viel Geld ich nächste Woche ausgeben werde. ...

... Er verdient mehr Geld, als er ausgeben kann. ...

... Man soll nie mehr ausgeben als man verdient. ...

Quelle: MUIRIEL, Ullalia, al_ex_an_der

Grammatik


ΞΟΔΕΥΩ
I spend
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξοδεύωξοδεύουμε, ξοδεύομεξοδεύομαιξοδευόμαστε
ξοδεύειςξοδεύετεξοδεύεσαιξοδεύεστε, ξοδευόσαστε
ξοδεύειξοδεύουν(ε)ξοδεύεταιξοδεύονται
Imper
fekt
ξόδευαξοδεύαμεξοδευόμουν(α)ξοδευόμαστε, ξοδευόμασταν
ξόδευεςξοδεύατεξοδευόσουν(α)ξοδευόσαστε, ξοδευόσασταν
ξόδευεξόδευαν, ξοδεύαν(ε)ξοδευόταν(ε)ξοδεύονταν, ξοδευόντανε, ξοδευόντουσαν
Aoristξόδεψαξοδέψαμεξοδεύτηκαξοδευτήκαμε
ξόδεψεςξοδέψατεξοδεύτηκεςξοδευτήκατε
ξόδεψεξόδεψαν, ξοδέψαν(ε)ξοδεύτηκεξοδεύτηκαν, ξοδευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ξοδέψει
έχω ξοδεμένο
έχουμε ξοδέψει
έχουμε ξοδεμένο
έχω ξοδευτεί
είμαι ξοδεμένος, -η
έχουμε ξοδευτεί
είμαστε ξοδεμένοι, -ες
έχεις ξοδέψει
έχεις ξοδεμένο
έχετε ξοδέψει
έχετε ξοδεμένο
έχεις ξοδευτεί
είσαι ξοδεμένος, -η
έχετε ξοδευτεί
είστε ξοδεμένοι, -ες
έχει ξοδέψει
έχει ξοδεμένο
έχουν ξοδέψει
έχουν ξοδεμένο
έχει ξοδευτεί
είναι ξοδεμένος, -η, -ο
έχουν ξοδευτεί
είναι ξοδεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ξοδέψει
είχα ξοδεμένο
είχαμε ξοδέψει
είχαμε ξοδεμένο
είχα ξοδευτεί
ήμουν ξοδεμένος, -η
είχαμε ξοδευτεί
ήμαστε ξοδεμένοι, -ες
είχες ξοδέψει
είχες ξοδεμένο
είχατε ξοδέψει
είχατε ξοδεμένο
είχες ξοδευτεί
ήσουν ξοδεμένος, -η
είχατε ξοδευτεί
ήσαστε ξοδεμένοι, -ες
είχε ξοδέψει
είχε ξοδεμένο
είχαν ξοδέψει
είχαν ξοδεμένο
είχε ξοδευτεί
ήταν ξοδεμένος, -η, -ο
είχαν ξοδευτεί
ήταν ξοδεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξοδεύωθα ξοδεύουμε, θα ξοδεύομεθα ξοδεύομαιθα ξοδευόμαστε
θα ξοδεύειςθα ξοδεύετεθα ξοδεύεσαιθα ξοδεύεστε, θα ξοδευόσαστε
θα ξοδεύειθα ξοδεύουν(ε)θα ξοδεύεταιθα ξοδεύονται
Fut
ur
θα ξοδέψωθα ξοδέψουμε, θα ξοδέψομεθα ξοδευτώθα ξοδευτούμε
θα ξοδέψειςθα ξοδέψετεθα ξοδευτείςθα ξοδευτείτε
θα ξοδέψειθα ξοδέψουν(ε)θα ξοδευτείθα ξοδευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξοδέψει
θα έχω ξοδεμένο
θα έχουμε ξοδέψει
θα έχουμε ξοδεμένο
θα έχω ξοδευτεί
θα είμαι ξοδεμένος, -η
θα έχουμε ξοδευτεί
θα είμαστε ξοδεμένοι, -ες
θα έχεις ξοδέψει
θα έχεις ξοδεμένο
θα έχετε ξοδέψει
θα έχετε ξοδεμένο
θα έχεις ξοδευτεί
θα είσαι ξοδεμένος, -η
θα έχετε ξοδευτεί
θα είστε ξοδεμένοι, -ες
θα έχει ξοδέψει
θα έχει ξοδεμένο
θα έχουν ξοδέψει
θα έχουν ξοδεμένο
θα έχει ξοδευτεί
θα είναι ξοδεμένος, -η, -ο
θα έχουν ξοδευτεί
θα είναι ξοδεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξοδεύωνα ξοδεύουμε, να ξοδεύομενα ξοδεύομαινα ξοδευόμαστε
να ξοδεύειςνα ξοδεύετενα ξοδεύεσαινα ξοδεύεστε, να ξοδευόσαστε
να ξοδεύεινα ξοδεύουν(ε)να ξοδεύεταινα ξοδεύονται
Aoristνα ξοδέψωνα ξοδέψουμε, να ξοδέψομενα ξοδευτώνα ξοδευτούμε
να ξοδέψειςνα ξοδέψετενα ξοδευτείςνα ξοδευτείτε
να ξοδέψεινα ξοδέψουν(ε)να ξοδευτείνα ξοδευτούν(ε)
Perfνα έχω ξοδέψει
να έχω ξοδεμένο
να έχουμε ξοδέψει
να έχουμε ξοδεμένο
να έχω ξοδευτεί
να είμαι ξοδεμένος, -η
να έχουμε ξοδευτεί
να είμαστε ξοδεμένοι, -ες
να έχεις ξοδέψει
να έχεις ξοδεμένο
να έχετε ξοδέψει
να έχετε ξοδεμένο
να έχεις ξοδευτεί
να είσαι ξοδεμένος, -η
να έχετε ξοδευτεί
να είστε ξοδεμένοι, -ες
να έχει ξοδέψει
να έχει ξοδεμένο
να έχουν ξοδέψει
να έχουν ξοδεμένο
να έχει ξοδευτεί
να είναι ξοδεμένος, -η, -ο
να έχουν ξοδευτεί
να είναι ξοδεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξόδευεξοδεύετεξοδεύεστε
Aoristξόδεψεξοδέψτε, ξοδεύτεξοδέψουξοδευτείτε
Part
izip
Presξοδεύοντας
Perfέχοντας ξοδέψει, έχοντας ξοδεμένοξοδεμένος, -η, -οξοδεμένοι, -ες, -α
InfinAoristξοδέψειξοδευτεί












Griechische Definition zu ξοδεύω

ξοδεύω [ksoδévo] -ομαι : 1.διαθέτω ένα χρηματικό ποσό για να αγοράσω κτ. (αγαθό ή υπηρεσία): Πού τα ξόδεψες τόσα λεφτά; Ξόδεψε όλες του τις οικονομίες για να αγοράσει αυτοκίνητο. Δεν ξόδεψα δεκάρα. Πό σα ξοδεύετε το μήνα; Mην ξοδεύεις άδικα. Ξοδεύτηκαν πολλά εκατομμύρια για την κατασκευή σχολείων, δαπανήθηκαν. ξοδεύω τα μαλλιοκέφαλά μου / τα μαλλιά της κεφαλής μου. || (παθ.) ξοδεύω πολλά χρήματα: Ξοδεύτηκαν για να μας περιποιηθούν. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξοδεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15