verschwenden
 Verb

DeutschGriechisch
Ich sollte nicht lhre Zeit verschwenden.Συγγνώμη που σπαταλώ το χρόνο σαs.

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn ich morgen sein charmantes, Ich bin nicht auf euch verschwenden.Αν είναι να τον γοητεύσω αύριο, δεν σπαταλώ άλλη γοητεία με εσάς.

Übersetzung nicht bestätigt

Verschwende nicht meine Zeit, dann werde ich auch deine nicht verschwenden.Μην σπαταλάς τον χρόνο μου, για να μην σπαταλώ και τον δικό σου.

Übersetzung nicht bestätigt

Nick hat mich davon überzeugt, dass ich nicht... mein ganzes Leben mit Tackern verschwenden sollte.Ο Νικ μού 'πε να μη σπαταλώ τη ζωή μου συρράπτοντας τα χαρτιά σου.

Übersetzung nicht bestätigt

Es ist mir eine Freude, Victoria. Ich wollte die Kinder vorbereiten, um nicht Ihre Zeit zu verschwenden.Είπα να ξεκινήσω με τα παιδιά για να μη σπαταλώ το χρόνο σας.

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σπαταλάω, σπαταλώσπαταλάμε, σπαταλούμεσπαταλιέμαισπαταλιόμαστε
σπαταλάςσπαταλάτεσπαταλιέσαισπαταλιέστε, σπαταλιόσαστε
σπαταλάει, σπαταλάσπαταλάν(ε), σπαταλούν(ε)σπαταλιέταισπαταλιούνται, σπαταλιόνται
Imper
fekt
σπαταλούσα, σπατάλαγασπαταλούσαμε, σπαταλάγαμεσπαταλιόμουν(α)σπαταλιόμαστε, σπαταλιόμασταν
σπαταλούσες, σπατάλαγεςσπαταλούσατε, σπαταλάγατεσπαταλιόσουν(α)σπαταλιόσαστε, σπαταλιόσασταν
σπαταλούσε, σπατάλαγεσπαταλούσαν(ε), σπατάλαγαν, σπαταλάγανεσπαταλιόταν(ε)σπαταλιόνταν(ε), σπαταλιούνταν, σπαταλιόντουσαν
Aoristσπατάλησασπαταλήσαμεσπαταλήθηκασπαταληθήκαμε
σπατάλησεςσπαταλήσατεσπαταλήθηκεςσπαταληθήκατε
σπατάλησεσπατάλησαν, σπαταλήσαν(ε)σπαταλήθηκεσπαταλήθηκαν, σπαταληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω σπαταλήσει
έχω σπαταλημένο
έχουμε σπαταλήσει
έχουμε σπαταλημένο
έχω σπαταληθεί
είμαι σπαταλημένος, -η
έχουμε σπαταληθεί
είμαστε σπαταλημένοι, -ες
έχεις σπαταλήσει
έχεις σπαταλημένο
έχετε σπαταλήσει
έχετε σπαταλημένο
έχεις σπαταληθεί
είσαι σπαταλημένος, -η
έχετε σπαταληθεί
είστε σπαταλημένοι, -ες
έχει σπαταλήσει
έχει σπαταλημένο
έχουν σπαταλήσει
έχουν σπαταλημένο
έχει σπαταληθεί
είναι σπαταλημένος, -η, -ο
έχουν σπαταληθεί
είναι σπαταλημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα σπαταλήσει
είχα σπαταλημένο
είχαμε σπαταλήσει
είχαμε σπαταλημένο
είχα σπαταληθεί
ήμουν σπαταλημένος, -η
είχαμε σπαταληθεί
ήμαστε σπαταλημένοι, -ες
είχες σπαταλήσει
είχες σπαταλημένο
είχατε σπαταλήσει
είχατε σπαταλημένο
είχες σπαταληθεί
ήσουν σπαταλημένος, -η
είχατε σπαταληθεί
ήσαστε σπαταλημένοι, -ες
είχε σπαταλήσει
είχε σπαταλημένο
είχαν σπαταλήσει
είχαν σπαταλημένο
είχε σπαταληθεί
ήταν σπαταλημένος, -η, -ο
είχαν σπαταληθεί
ήταν σπαταλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σπαταλάω, θα σπαταλώθα σπαταλάμε, θα σπαταλούμεθα σπαταλιέμαιθα σπαταλιόμαστε
θα σπαταλάςθα σπαταλάτεθα σπαταλιέσαιθα σπαταλιέστε, θα σπαταλιόσαστε
θα σπαταλάει, θα σπαταλάθα σπαταλάν(ε), θα σπαταλούν(ε)θα σπαταλιέταιθα σπαταλιούνται, θα σπαταλιόνται
Fut
ur
θα σπαταλήσωθα σπαταλήσουμε, θα σπαταλήσομεθα σπαταληθώθα σπαταληθούμε
θα σπαταλήσειςθα σπαταλήσετεθα σπαταληθείςθα σπαταληθείτε
θα σπαταλήσειθα σπαταλήσουν(ε)θα σπαταληθείθα σπαταληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σπαταλήσει
θα έχω σπαταλημένο
θα έχουμε σπαταλήσει
θα έχουμε σπαταλημένο
θα έχω σπαταληθεί
θα είμαι σπαταλημένος, -η
θα έχουμε σπαταληθεί
θα είμαστε σπαταλημένοι, -ες
θα έχεις σπαταλήσει
θα έχεις σπαταλημένο
θα έχετε σπαταλήσει
θα έχετε σπαταλημένο
θα έχεις σπαταληθεί
θα είσαι σπαταλημένος, -η
θα έχετε σπαταληθεί
θα είστε σπαταλημένοι, -ες
θα έχει σπαταλήσει
θα έχει σπαταλημένο
θα έχουν σπαταλήσει
θα έχουν σπαταλημένο
θα έχει σπαταληθεί
θα είναι σπαταλημένος, -η, -ο
θα έχουν σπαταληθεί
θα είναι σπαταλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σπαταλάω, να σπαταλώνα σπαταλάμε, να σπαταλούμενα σπαταλιέμαινα σπαταλιόμαστε
να σπαταλάςνα σπαταλάτενα σπαταλιέσαινα σπαταλιέστε, να σπαταλιόσαστε
να σπαταλάει, να σπαταλάνα σπαταλάν(ε), να σπαταλούν(ε)να σπαταλιέταινα σπαταλιούνται, να σπαταλιόνται
Aoristνα σπαταλήσωνα σπαταλήσουμε, να σπαταλήσομενα σπαταληθώνα σπαταληθούμε
να σπαταλήσειςνα σπαταλήσετενα σπαταληθείςνα σπαταληθείτε
να σπαταλήσεινα σπαταλήσουν(ε)να σπαταληθείνα σπαταληθούν(ε)
Perfνα έχω σπαταλήσει
να έχω σπαταλημένο
να έχουμε σπαταλήσει
να έχουμε σπαταλημένο
να έχω σπαταληθεί
να είμαι σπαταλημένος, -η
να έχουμε σπαταληθεί
να είμαστε σπαταλημένοι, -ες
να έχεις σπαταλήσει
να έχεις σπαταλημένο
να έχετε σπαταλήσει
να έχετε σπαταλημένο
να έχεις σπαταληθεί
να είσαι σπαταλημένος, -η
να έχετε σπαταληθεί
να είστε σπαταλημένοι, -η
να έχει σπαταλήσει
να έχει σπαταλημένο
να έχουν σπαταλήσει
να έχουν σπαταλημένο
να έχει σπαταληθεί
να είναι σπαταλημένος, -η, -ο
να έχουν σπαταληθεί
να είναι σπαταλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσπατάλα, σπατάλαγεσπαταλάτεσπαταλιέστε
Aoristσπατάλησε, σπατάλασπαταλήστεσπαταλήσουσπαταληθείτε
Part
izip
Presσπαταλώντας
Perfέχοντας σπαταλήσει, έχοντας σπαταλημένοσπαταλημένος, -η, -οσπαταλημένοι, -ες, -α
InfinAoristσπαταλήσεισπαταληθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξοδεύωξοδεύουμε, ξοδεύομεξοδεύομαιξοδευόμαστε
ξοδεύειςξοδεύετεξοδεύεσαιξοδεύεστε, ξοδευόσαστε
ξοδεύειξοδεύουν(ε)ξοδεύεταιξοδεύονται
Imper
fekt
ξόδευαξοδεύαμεξοδευόμουν(α)ξοδευόμαστε, ξοδευόμασταν
ξόδευεςξοδεύατεξοδευόσουν(α)ξοδευόσαστε, ξοδευόσασταν
ξόδευεξόδευαν, ξοδεύαν(ε)ξοδευόταν(ε)ξοδεύονταν, ξοδευόντανε, ξοδευόντουσαν
Aoristξόδεψαξοδέψαμεξοδεύτηκαξοδευτήκαμε
ξόδεψεςξοδέψατεξοδεύτηκεςξοδευτήκατε
ξόδεψεξόδεψαν, ξοδέψαν(ε)ξοδεύτηκεξοδεύτηκαν, ξοδευτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ξοδέψει
έχω ξοδεμένο
έχουμε ξοδέψει
έχουμε ξοδεμένο
έχω ξοδευτεί
είμαι ξοδεμένος, -η
έχουμε ξοδευτεί
είμαστε ξοδεμένοι, -ες
έχεις ξοδέψει
έχεις ξοδεμένο
έχετε ξοδέψει
έχετε ξοδεμένο
έχεις ξοδευτεί
είσαι ξοδεμένος, -η
έχετε ξοδευτεί
είστε ξοδεμένοι, -ες
έχει ξοδέψει
έχει ξοδεμένο
έχουν ξοδέψει
έχουν ξοδεμένο
έχει ξοδευτεί
είναι ξοδεμένος, -η, -ο
έχουν ξοδευτεί
είναι ξοδεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ξοδέψει
είχα ξοδεμένο
είχαμε ξοδέψει
είχαμε ξοδεμένο
είχα ξοδευτεί
ήμουν ξοδεμένος, -η
είχαμε ξοδευτεί
ήμαστε ξοδεμένοι, -ες
είχες ξοδέψει
είχες ξοδεμένο
είχατε ξοδέψει
είχατε ξοδεμένο
είχες ξοδευτεί
ήσουν ξοδεμένος, -η
είχατε ξοδευτεί
ήσαστε ξοδεμένοι, -ες
είχε ξοδέψει
είχε ξοδεμένο
είχαν ξοδέψει
είχαν ξοδεμένο
είχε ξοδευτεί
ήταν ξοδεμένος, -η, -ο
είχαν ξοδευτεί
ήταν ξοδεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξοδεύωθα ξοδεύουμε, θα ξοδεύομεθα ξοδεύομαιθα ξοδευόμαστε
θα ξοδεύειςθα ξοδεύετεθα ξοδεύεσαιθα ξοδεύεστε, θα ξοδευόσαστε
θα ξοδεύειθα ξοδεύουν(ε)θα ξοδεύεταιθα ξοδεύονται
Fut
ur
θα ξοδέψωθα ξοδέψουμε, θα ξοδέψομεθα ξοδευτώθα ξοδευτούμε
θα ξοδέψειςθα ξοδέψετεθα ξοδευτείςθα ξοδευτείτε
θα ξοδέψειθα ξοδέψουν(ε)θα ξοδευτείθα ξοδευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξοδέψει
θα έχω ξοδεμένο
θα έχουμε ξοδέψει
θα έχουμε ξοδεμένο
θα έχω ξοδευτεί
θα είμαι ξοδεμένος, -η
θα έχουμε ξοδευτεί
θα είμαστε ξοδεμένοι, -ες
θα έχεις ξοδέψει
θα έχεις ξοδεμένο
θα έχετε ξοδέψει
θα έχετε ξοδεμένο
θα έχεις ξοδευτεί
θα είσαι ξοδεμένος, -η
θα έχετε ξοδευτεί
θα είστε ξοδεμένοι, -ες
θα έχει ξοδέψει
θα έχει ξοδεμένο
θα έχουν ξοδέψει
θα έχουν ξοδεμένο
θα έχει ξοδευτεί
θα είναι ξοδεμένος, -η, -ο
θα έχουν ξοδευτεί
θα είναι ξοδεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξοδεύωνα ξοδεύουμε, να ξοδεύομενα ξοδεύομαινα ξοδευόμαστε
να ξοδεύειςνα ξοδεύετενα ξοδεύεσαινα ξοδεύεστε, να ξοδευόσαστε
να ξοδεύεινα ξοδεύουν(ε)να ξοδεύεταινα ξοδεύονται
Aoristνα ξοδέψωνα ξοδέψουμε, να ξοδέψομενα ξοδευτώνα ξοδευτούμε
να ξοδέψειςνα ξοδέψετενα ξοδευτείςνα ξοδευτείτε
να ξοδέψεινα ξοδέψουν(ε)να ξοδευτείνα ξοδευτούν(ε)
Perfνα έχω ξοδέψει
να έχω ξοδεμένο
να έχουμε ξοδέψει
να έχουμε ξοδεμένο
να έχω ξοδευτεί
να είμαι ξοδεμένος, -η
να έχουμε ξοδευτεί
να είμαστε ξοδεμένοι, -ες
να έχεις ξοδέψει
να έχεις ξοδεμένο
να έχετε ξοδέψει
να έχετε ξοδεμένο
να έχεις ξοδευτεί
να είσαι ξοδεμένος, -η
να έχετε ξοδευτεί
να είστε ξοδεμένοι, -ες
να έχει ξοδέψει
να έχει ξοδεμένο
να έχουν ξοδέψει
να έχουν ξοδεμένο
να έχει ξοδευτεί
να είναι ξοδεμένος, -η, -ο
να έχουν ξοδευτεί
να είναι ξοδεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξόδευεξοδεύετεξοδεύεστε
Aoristξόδεψεξοδέψτε, ξοδεύτεξοδέψουξοδευτείτε
Part
izip
Presξοδεύοντας
Perfέχοντας ξοδέψει, έχοντας ξοδεμένοξοδεμένος, -η, -οξοδεμένοι, -ες, -α
InfinAoristξοδέψειξοδευτεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δαπανάω, δαπανώδαπανάμε, δαπανούμεδαπανιέμαι, δαπανώμαιδαπανιόμαστε, δαπανόμαστε, δαπανώμεθα
δαπανάςδαπανάτεδαπανιέσαι, δαπανάσαιδαπανιέστε, δαπανιόσαστε, δαπανάστε, δαπανάσθε
δαπανάει, δαπανάδαπανάν(ε), δαπανούν(ε)δαπανιέται, δαπανάταιδαπανιούνται, δαπανιόνται, δαπανώνται
Imper
fekt
δαπανούσα, δαπάναγαδαπανούσαμε, δαπανάγαμεδαπανιόμουν(α)δαπανιόμαστε, δαπανιόμασταν
δαπανούσες, δαπάναγεςδαπανούσατε, δαπανάγατεδαπανιόσουν(α)δαπανιόσαστε, δαπανιόσασταν
δαπανούσε, δαπάναγεδαπανούσαν(ε), δαπάναγαν, δαπανάγανεδαπανιόταν(ε)δαπανιόνταν(ε), δαπανιούνταν, δαπανιόντουσαν
Aoristδαπάνησαδαπανήσαμεδαπανήθηκαδαπανηθήκαμε
δαπάνησεςδαπανήσατεδαπανήθηκεςδαπανηθήκατε
δαπάνησεδαπάνησαν, δαπανήσαν(ε)δαπανήθηκεδαπανήθηκαν, δαπανηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω δαπανήσει
έχω δαπανημένο
έχουμε δαπανήσει
έχουμε δαπανημένο
έχω δαπανηθεί
είμαι δαπανημένος, -η
έχουμε δαπανηθεί
είμαστε δαπανημένοι, -ες
έχεις δαπανήσει
έχεις δαπανημένο
έχετε δαπανήσει
έχετε δαπανημένο
έχεις δαπανηθεί
είσαι δαπανημένος, -η
έχετε δαπανηθεί
είστε δαπανημένοι, -ες
έχει δαπανήσει
έχει δαπανημένο
έχουν δαπανήσει
έχουν δαπανημένο
έχει δαπανηθεί
είναι δαπανημένος, -η, -ο
έχουν δαπανηθεί
είναι δαπανημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα δαπανήσει
είχα δαπανημένο
είχαμε δαπανήσει
είχαμε δαπανημένο
είχα δαπανηθεί
ήμουν δαπανημένος, -η
είχαμε δαπανηθεί
ήμαστε δαπανημένοι, -ες
είχες δαπανήσει
είχες δαπανημένο
είχατε δαπανήσει
είχατε δαπανημένο
είχες δαπανηθεί
ήσουν δαπανημένος, -η
είχατε δαπανηθεί
ήσαστε δαπανημένοι, -ες
είχε δαπανήσει
είχε δαπανημένο
είχαν δαπανήσει
είχαν δαπανημένο
είχε δαπανηθεί
ήταν δαπανημένος, -η, -ο
είχαν δαπανηθεί
ήταν δαπανημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δαπανάω, θα δαπανώθα δαπανάμε, θα δαπανούμεθα δαπανιέμαι, θα δαπανώμαιθα δαπανιόμαστε, θα δαπανόμαστε, θα δαπανώμεθα
θα δαπανάςθα δαπανάτεθα δαπανιέσαι, θα δαπανάσαιθα δαπανιέστε, θα δαπανιόσαστε, θα δαπανάστε, θα δαπανάσθε
θα δαπανάει, θα δαπανάθα δαπανάν(ε), θα δαπανούν(ε)θα δαπανιέται, θα δαπανάταιθα δαπανιούνται, θα δαπανιόνται, θα δαπανώνται
Fut
ur
θα δαπανήσωθα δαπανήσουμε, θα δαπανήσομεθα δαπανηθώθα δαπανηθούμε
θα δαπανήσειςθα δαπανήσετεθα δαπανηθείςθα δαπανηθείτε
θα δαπανήσειθα δαπανήσουν(ε)θα δαπανηθείθα δαπανηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δαπανήσει
θα έχω δαπανημένο
θα έχουμε δαπανήσει
θα έχουμε δαπανημένο
θα έχω δαπανηθεί
θα είμαι δαπανημένος, -η
θα έχουμε δαπανηθεί
θα είμαστε δαπανημένοι, -ες
θα έχεις δαπανήσει
θα έχεις δαπανημένο
θα έχετε δαπανήσει
θα έχετε δαπανημένο
θα έχεις δαπανηθεί
θα είσαι δαπανημένος, -η
θα έχετε δαπανηθεί
θα είστε δαπανημένοι, -ες
θα έχει δαπανήσει
θα έχει δαπανημένο
θα έχουν δαπανήσει
θα έχουν δαπανημένο
θα έχει δαπανηθεί
θα είναι δαπανημένος, -η, -ο
θα έχουν δαπανηθεί
θα είναι δαπανημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δαπανάω, να δαπανώνα δαπανάμε, να δαπανούμενα δαπανιέμαι, να δαπανώμαινα δαπανιόμαστε, να δαπανόμαστε, να δαπανώμεθα
να δαπανάςνα δαπανάτενα δαπανιέσαι, να δαπανάσαινα δαπανιέστε, να δαπανιόσαστε, να δαπανάστε, να δαπανάσθε
να δαπανάει, να δαπανάνα δαπανάν(ε), να δαπανούν(ε)να δαπανιέται, να δαπανάταινα δαπανιούνται, να δαπανιόνται, να δαπανώνται
Aoristνα δαπανήσωνα δαπανήσουμε, να δαπανήσομενα δαπανηθώνα δαπανηθούμε
να δαπανήσειςνα δαπανήσετενα δαπανηθείςνα δαπανηθείτε
να δαπανήσεινα δαπανήσουν(ε)να δαπανηθείνα δαπανηθούν(ε)
Perfνα έχω δαπανήσει
να έχω δαπανημένο
να έχουμε δαπανήσει
να έχουμε δαπανημένο
να έχω δαπανηθεί
να είμαι δαπανημένος, -η
να έχουμε δαπανηθεί
να είμαστε δαπανημένοι, -ες
να έχεις δαπανήσει
να έχεις δαπανημένο
να έχετε δαπανήσει
να έχετε δαπανημένο
να έχεις δαπανηθεί
να είσαι δαπανημένος, -η
να έχετε δαπανηθεί
να είστε δαπανημένοι, -η
να έχει δαπανήσει
να έχει δαπανημένο
να έχουν δαπανήσει
να έχουν δαπανημένο
να έχει δαπανηθεί
να είναι δαπανημένος, -η, -ο
να έχουν δαπανηθεί
να είναι δαπανημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδαπάνα, δαπάναγεδαπανάτεδαπανιέστε, δαπανάστε, δαπανάσθε
Aoristδαπάνησε, δαπάναδαπανήστεδαπανήσουδαπανηθείτε
Part
izip
Presδαπανώνταςδαπανώμενος
Perfέχοντας δαπανήσει, έχοντας δαπανημένοδαπανημένος, -η, -οδαπανημένοι, -ες, -α
InfinAoristδαπανήσειδαπανηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback