δαπανώ  Verb  [dapano, thapano, dapanw]

Ähnliche Bedeutung wie δαπανώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze δαπανώ

... GDP = C + I + G + NXόπου: (C) κατανάλωση, (Ι) επένδυση, (G) δημόσιες δαπάνες για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών και (ΝΧ) καθαρές εξαγωγές, δηλαδή εξαγωγές ...

... Φίγκο μεταγράφηκε στην Μπαρτσελόνα από τη Ρεάλ Μαδρίτης, με την πρώτη να δαπανά 58,5 εκατομμύρια ευρώ. Το 2009 η Ρεάλ Μαδρίτης πλήρωσε 94 εκατομμύρια για ...

... αργότερα έγινε οικονομικός έλεγχος για τη διαχείριση κρατικών χρημάτων, η δαπάνη 10 ταλάντων από το κρατικό ταμείο δεν θα μπορούσε τυπικά να δικαιολογηθεί ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausgeben

... Ich muss ausrechnen, wie viel Geld ich nächste Woche ausgeben werde. ...

... Er verdient mehr Geld, als er ausgeben kann. ...

... Man soll nie mehr ausgeben als man verdient. ...

Quelle: MUIRIEL, Ullalia, al_ex_an_der

Grammatik


ΔΑΠΑΝΩ
I spend
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δαπανάω, δαπανώδαπανάμε, δαπανούμεδαπανιέμαι, δαπανώμαιδαπανιόμαστε, δαπανόμαστε, δαπανώμεθα
δαπανάςδαπανάτεδαπανιέσαι, δαπανάσαιδαπανιέστε, δαπανιόσαστε, δαπανάστε, δαπανάσθε
δαπανάει, δαπανάδαπανάν(ε), δαπανούν(ε)δαπανιέται, δαπανάταιδαπανιούνται, δαπανιόνται, δαπανώνται
Imper
fekt
δαπανούσα, δαπάναγαδαπανούσαμε, δαπανάγαμεδαπανιόμουν(α)δαπανιόμαστε, δαπανιόμασταν
δαπανούσες, δαπάναγεςδαπανούσατε, δαπανάγατεδαπανιόσουν(α)δαπανιόσαστε, δαπανιόσασταν
δαπανούσε, δαπάναγεδαπανούσαν(ε), δαπάναγαν, δαπανάγανεδαπανιόταν(ε)δαπανιόνταν(ε), δαπανιούνταν, δαπανιόντουσαν
Aoristδαπάνησαδαπανήσαμεδαπανήθηκαδαπανηθήκαμε
δαπάνησεςδαπανήσατεδαπανήθηκεςδαπανηθήκατε
δαπάνησεδαπάνησαν, δαπανήσαν(ε)δαπανήθηκεδαπανήθηκαν, δαπανηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω δαπανήσει
έχω δαπανημένο
έχουμε δαπανήσει
έχουμε δαπανημένο
έχω δαπανηθεί
είμαι δαπανημένος, -η
έχουμε δαπανηθεί
είμαστε δαπανημένοι, -ες
έχεις δαπανήσει
έχεις δαπανημένο
έχετε δαπανήσει
έχετε δαπανημένο
έχεις δαπανηθεί
είσαι δαπανημένος, -η
έχετε δαπανηθεί
είστε δαπανημένοι, -ες
έχει δαπανήσει
έχει δαπανημένο
έχουν δαπανήσει
έχουν δαπανημένο
έχει δαπανηθεί
είναι δαπανημένος, -η, -ο
έχουν δαπανηθεί
είναι δαπανημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα δαπανήσει
είχα δαπανημένο
είχαμε δαπανήσει
είχαμε δαπανημένο
είχα δαπανηθεί
ήμουν δαπανημένος, -η
είχαμε δαπανηθεί
ήμαστε δαπανημένοι, -ες
είχες δαπανήσει
είχες δαπανημένο
είχατε δαπανήσει
είχατε δαπανημένο
είχες δαπανηθεί
ήσουν δαπανημένος, -η
είχατε δαπανηθεί
ήσαστε δαπανημένοι, -ες
είχε δαπανήσει
είχε δαπανημένο
είχαν δαπανήσει
είχαν δαπανημένο
είχε δαπανηθεί
ήταν δαπανημένος, -η, -ο
είχαν δαπανηθεί
ήταν δαπανημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δαπανάω, θα δαπανώθα δαπανάμε, θα δαπανούμεθα δαπανιέμαι, θα δαπανώμαιθα δαπανιόμαστε, θα δαπανόμαστε, θα δαπανώμεθα
θα δαπανάςθα δαπανάτεθα δαπανιέσαι, θα δαπανάσαιθα δαπανιέστε, θα δαπανιόσαστε, θα δαπανάστε, θα δαπανάσθε
θα δαπανάει, θα δαπανάθα δαπανάν(ε), θα δαπανούν(ε)θα δαπανιέται, θα δαπανάταιθα δαπανιούνται, θα δαπανιόνται, θα δαπανώνται
Fut
ur
θα δαπανήσωθα δαπανήσουμε, θα δαπανήσομεθα δαπανηθώθα δαπανηθούμε
θα δαπανήσειςθα δαπανήσετεθα δαπανηθείςθα δαπανηθείτε
θα δαπανήσειθα δαπανήσουν(ε)θα δαπανηθείθα δαπανηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δαπανήσει
θα έχω δαπανημένο
θα έχουμε δαπανήσει
θα έχουμε δαπανημένο
θα έχω δαπανηθεί
θα είμαι δαπανημένος, -η
θα έχουμε δαπανηθεί
θα είμαστε δαπανημένοι, -ες
θα έχεις δαπανήσει
θα έχεις δαπανημένο
θα έχετε δαπανήσει
θα έχετε δαπανημένο
θα έχεις δαπανηθεί
θα είσαι δαπανημένος, -η
θα έχετε δαπανηθεί
θα είστε δαπανημένοι, -ες
θα έχει δαπανήσει
θα έχει δαπανημένο
θα έχουν δαπανήσει
θα έχουν δαπανημένο
θα έχει δαπανηθεί
θα είναι δαπανημένος, -η, -ο
θα έχουν δαπανηθεί
θα είναι δαπανημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δαπανάω, να δαπανώνα δαπανάμε, να δαπανούμενα δαπανιέμαι, να δαπανώμαινα δαπανιόμαστε, να δαπανόμαστε, να δαπανώμεθα
να δαπανάςνα δαπανάτενα δαπανιέσαι, να δαπανάσαινα δαπανιέστε, να δαπανιόσαστε, να δαπανάστε, να δαπανάσθε
να δαπανάει, να δαπανάνα δαπανάν(ε), να δαπανούν(ε)να δαπανιέται, να δαπανάταινα δαπανιούνται, να δαπανιόνται, να δαπανώνται
Aoristνα δαπανήσωνα δαπανήσουμε, να δαπανήσομενα δαπανηθώνα δαπανηθούμε
να δαπανήσειςνα δαπανήσετενα δαπανηθείςνα δαπανηθείτε
να δαπανήσεινα δαπανήσουν(ε)να δαπανηθείνα δαπανηθούν(ε)
Perfνα έχω δαπανήσει
να έχω δαπανημένο
να έχουμε δαπανήσει
να έχουμε δαπανημένο
να έχω δαπανηθεί
να είμαι δαπανημένος, -η
να έχουμε δαπανηθεί
να είμαστε δαπανημένοι, -ες
να έχεις δαπανήσει
να έχεις δαπανημένο
να έχετε δαπανήσει
να έχετε δαπανημένο
να έχεις δαπανηθεί
να είσαι δαπανημένος, -η
να έχετε δαπανηθεί
να είστε δαπανημένοι, -η
να έχει δαπανήσει
να έχει δαπανημένο
να έχουν δαπανήσει
να έχουν δαπανημένο
να έχει δαπανηθεί
να είναι δαπανημένος, -η, -ο
να έχουν δαπανηθεί
να είναι δαπανημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδαπάνα, δαπάναγεδαπανάτεδαπανιέστε, δαπανάστε, δαπανάσθε
Aoristδαπάνησε, δαπάναδαπανήστεδαπανήσουδαπανηθείτε
Part
izip
Presδαπανώνταςδαπανώμενος
Perfέχοντας δαπανήσει, έχοντας δαπανημένοδαπανημένος, -η, -οδαπανημένοι, -ες, -α
InfinAoristδαπανήσειδαπανηθεί








Griechische Definition zu δαπανώ

δαπανώ [δapanó] & -άω, -ιέμαι : 1. διαθέτω ένα χρηματικό ποσό για την πληρωμή, την αγορά ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας· ξοδεύω: Δαπανήθηκαν μεγάλα ποσά για έργα υποδομής. Δαπάνησα πολλά σ΄ αυτό το ταξίδι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δαπανώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15