verplempern
 (ugs.)  Verb

χάνω Verb
(0)
τρώω Verb
(0)
χαραμίζω Verb
(0)

Anzeige
DeutschGriechisch
Er muss keine Zeit mit billigen Tankstellen verplempern.Αυτός δε χάνει την ώρα του με φτηνά βενζινάδικα.

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn du nicht aufhörst, dein Geld zu verplempern, landest du früher oder später in der Gosse.Αν συνεχίσεις να σκορπάς τα χρήματα σου θα καταλήξεις στο δρόμο πριν πεθάνεις.

Übersetzung nicht bestätigt

Jetzt kann man seine Zeit nicht mehr damit verplempern. Wie bitte?Λείπεις συχνά.

Übersetzung nicht bestätigt

Jawohl, Sir, verdammt dazu, das Leben zu verplempern, indem er Kindermädchen spielt für einen Haufen von Knoblauchfressern!Μάλιστα, παγιδευμένος με τη ζωή να φεύγει, κάνοντας σε όλους τη νταντά.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich würde George nie erlauben, Geld für Zigarren zu verplempern.Δε θα σκεφτόμουνα ποτέ ν' αφήσω τον Τζωρτζ να ξοδέψει τα λεφτά του σε πούρα.

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik





AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χάνωχάνουμε, χάνομεχάνομαιχανόμαστε
χάνειςχάνετεχάνεσαιχάνεστε, χανόσαστε
χάνειχάνουν(ε)χάνεταιχάνονται
Imper
fekt
έχαναχάναμεχανόμουν(α)χανόμαστε, χανόμασταν
έχανεςχάνατεχανόσουν(α)χανόσαστε, χανόσασταν
έχανεέχαναν, χάναν(ε)χανόταν(ε)χάνονταν, χανόντανε, χανόντουσαν
Aoristέχασαχάσαμεχάθηκαχαθήκαμε
έχασεςχάσατεχάθηκεςχαθήκατε
έχασεέχασαν, χάσαν(ε)χάθηκεχάθηκαν, χαθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω χάσει
έχω χαμένο
έχουμε χάσει
έχουμε χαμένο
έχω χαθεί
είμαι χαμένος, -η
έχουμε χαθεί
είμαστε χαμένοι, -ες
έχεις χάσει
έχεις χαμένο
έχετε χάσει
έχετε χαμένο
έχεις χαθεί
είσαι χαμένος, -η
έχετε χαθεί
είστε χαμένοι, -ες
έχει χάσει
έχει χαμένο
έχουν χάσει
έχουν χαμένο
έχει χαθεί
είναι χαμένος, -η, -ο
έχουν χαθεί
είναι χαμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα χάσει
είχα χαμένο
είχαμε χάσει
είχαμε χαμένο
είχα χαθεί
ήμουν χαμένος, -η
είχαμε χαθεί
ήμαστε χαμένοι, -ες
είχες χάσει
είχες χαμένο
είχατε χάσει
είχατε χαμένο
είχες χαθεί
ήσουν χαμένος, -η
είχατε χαθεί
ήσαστε χαμένοι, -ες
είχε χάσει
είχε χαμένο
είχαν χάσει
είχαν χαμένο
είχε χαθεί
ήταν χαμένος, -η, -ο
είχαν χαθεί
ήταν χαμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χάνωθα χάνουμεθα χάνομαιθα χανόμαστε
θα χάνειςθα χάνετεθα χάνεσαιθα χάνεστε, θα χανόσαστε
θα χάνειθα χάνουνθα χάνεταιθα χάνονται
Fut
ur
θα χάσωθα χάσουμεθα χαθώθα χαθούμε
θα χάσειςθα χάσετεθα χαθείςθα χαθείτε
θα χάσειθα χάσουνθα χαθείθα χαθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χάσει
θα έχω χαμένο
θα έχουμε χάσει
θα έχουμε χαμένο
θα έχω χαθεί
θα είμαι χαμένος, -η
θα έχουμε χαθεί
θα είμαστε χαμένοι, -ες
θα έχεις χάσει
θα έχεις χαμένο
θα έχετε χάσει
θα έχετε χαμένο
θα έχεις χαθεί
θα είσαι χαμένος, -η
θα έχετε χαθεί
θα είστε χαμένοι, -ες
θα έχει χάσει
θα έχει χαμένο
θα έχουν χάσει
θα έχουν χαμένο
θα έχει χαθεί
θα είναι χαμένος, -η, -ο
θα έχουν χαθεί
θα είναι χαμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χάνωνα χάνουμενα χάνομαινα χανόμαστε
να χάνειςνα χάνετενα χάνεσαινα χάνεστε, να χανόσαστε
να χάνεινα χάνουννα χάνεταινα χάνονται
Aoristνα χάσωνα χάσουμενα χαθώνα χαθούμε
να χάσειςνα χάσετενα χαθείςνα χαθείτε
να χάσεινα χάσουννα χαθείνα χαθούν(ε)
Perfνα έχω χάσει
να έχω χαμένο
να έχουμε χάσει
να έχουμε χαμένο
να έχω χαθεί
να είμαι χαμένος, -η
να έχουμε χαθεί
να είμαστε χαμένοι, -ες
να έχεις χάσει
να έχεις χαμένο
να έχετε χάσει
να έχετε χαμένο
να έχεις χαθεί
να είσαι χαμένος, -η
να έχετε χαθεί
να είστε χαμένοι, -ες
να έχει χάσει
να έχει χαμένο
να έχουν χάσει
να έχουν χαμένο
να έχει χαθεί
να είναι χαμένος, -η, -ο
να έχουν χαθεί
να είναι χαμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχάνεχάνετεχάνεστε
Aoristχάσεχάσετε, χάστεχάσουχαθείτε
Part
izip
Presχάνοντας
Perfέχοντας χάσει, έχοντας χαμένοχαμένος, -η, -οχαμένοι, -ες, -α
InfinAoristχάσειχαθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρώω, τρώγωτρώμε, τρώγομε, τρώγουμετρώγομαιτρωγόμαστε
τρως, τρώγειςτρώτε, τρώγετετρώγεσαιτρώγεστε, τρωγόσαστε
τρώει, τρώγειτρώνε, τρων, τρώγουν(ε)τρώγεταιτρώγονται
Imper
fekt
έτρωγατρώγαμετρωγόμουν(α)τρωγόμαστε, τρωγόμασταν
έτρωγεςτρώγατετρωγόσουν(α)τρωγόσαστε, τρωγόσασταν
έτρωγεέτρωγαν, τρώγαν(ε)τρωγόταν(ε)τρώγονταν, τρωγόντανε, τρωγόντουσαν
Aoristέφαγαφάγαμεφαγώθηκαφαγωθήκαμε
έφαγεςφάγατεφαγώθηκεςφαγωθήκατε
έφαγεέφαγαν, φάγαν(ε)φαγώθηκεφαγώθηκαν, φαγωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω φάει
έχω φαγωμένο
έχουμε φάει
έχουμε φαγωμένο
έχω φαγωθεί
είμαι φαγωμένος, -η
έχουμε φαγωθεί
είμαστε φαγωμένοι, -ες
έχεις φάει
έχεις φαγωμένο
έχετε φάει
έχετε φαγωμένο
έχεις φαγωθεί
είσαι φαγωμένος, -η
έχετε φαγωθεί
είστε φαγωμένοι, -ες
έχει φάει
έχει φαγωμένο
έχουν φάει
έχουν φαγωμένο
έχει φαγωθεί
είναι φαγωμένος, -η, -ο
έχουν φαγωθεί
είναι φαγωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα φάει
είχα φαγωμένο
είχαμε φάει
είχαμε φαγωμένο
είχα φαγωθεί
ήμουν φαγωμένος, -η
είχαμε φαγωθεί
ήμαστε φαγωμένοι, -ες
είχες φάει
είχες φαγωμένο
είχατε φάει
είχατε φαγωμένο
είχες φαγωθεί
ήσουν φαγωμένος, -η
είχατε φαγωθεί
ήσαστε φαγωμένοι, -ες
είχε φάει
είχε φαγωμένο
είχαν φάει
είχαν φαγωμένο
είχε φαγωθεί
ήταν φαγωμένος, -η, -ο
είχαν φαγωθεί
ήταν φαγωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρώω, θα τρώγωθα τρώμε, θα τρώγουμε, θα τρώγομεθα τρώγομαιθα τρωγόμαστε
θα τρως, θα τρώγειςθα τρωτε, θα τρώγετεθα τρώγεσαιθα τρώγεστε, θα τρωγόσαστε
θα τρώειθα τρώνε, θα τρων, θα τρώγουν(ε)θα τρωγεταιθα τρώγονται
Fut
ur
θα φάωθα φάμεθα φαγωθώθα φαγωθούμε
θα φαςθα φάτεθα φαγωθείςθα φαγωθείτε
θα φάειθα φάνε, θα φάνθα φαγωθείθα φαγωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φάει
θα έχω φαγωμένο
θα έχουμε φάει
θα έχουμε φαγωμένο
θα έχω φαγωθεί
θα είμαι φαγωμένος, -η
θα έχουμε φαγωθεί
θα ήμαστε φαγωμένοι, -ες
θα έχεις φάει
θα έχεις φαγωμένο
θα έχετε φάει
θα έχετε φαγωμένο
θα έχεις φαγωθεί
θα είσαι φαγωμένος, -η
θα έχετε φαγωθεί
θα είστε φαγωμένοι, -ες
θα έχει φάει
θα έχει φαγωμένο
θα έχουν φάει
θα έχουν φαγωμένο
θα έχει φαγωθεί
θα είναι φαγωμένος, -η, -ο
θα έχουν φαγωθεί
θα είναι φαγωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τρώω, να τρώγωνα τρώμε, να τρώγουμε, να τρώγομενα τρώγομαινα τρωγόμαστε
να τρωςνα τρώτενα τρώγεσταινα τρώγεστε, τρωγόσαστε
να τρώεινα τρώνε, να τρων, να τρώγουν(ε)να τρώγεταινα τρώγονται
Aoristνα φαωνα φάμενα φαγωθώνα φαγωθούμε
να φαςνα φάτενα φαγωθείςνα φαγωθείτε
να φάεινα φάνε, να φαννα φαγωθείνα φαγωθούν(ε)
Perfνα έχω φάει
να έχω φαγωμένο
να έχουμε φάει
να έχουμε φαγωμένο
να έχω φαγωθεί
να είμαι φαγωμένος, -η
να έχουμε φαγωθεί
να είμαστε φαγωμένοι, -ες
να έχεις φάει
να έχεις φαγωμένο
να έχετε φάει
να έχετε φαγωμένο
να έχεις φαγωθεί
να είσαι φαγωμένος, -η
να έχετε φαγωθεί
να είστε φαγωμένοι, -ες
να έχει φάει
να έχει φαγωμένο
να έχουν φάει
να έχουν φαγωμένο
να έχει φαγωθεί
να είναι φαγωμένος, -η, -ο
να έχουν φαγωθεί
να είναι φαγωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτρώγετρώτε, τρώγετετρώγεστε
Aoristφάεφάτεφαγωθείτε
Part
izip
Presτρώγοντας
Perfέχοντας φάει, έχοντας φαγωμένοφαγωμένος, -η, -οφαγωμένοι, -ες, -α
InfinAoristφάειφαγωθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback