χάνω  Verb  [chano, xanw]

Ähnliche Bedeutung wie χάνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χάνω

... Αρχίζω να χάνω την υπομονή μου. ...

... Δε χάνω χρόνο. ...

Quelle: musiclover, musiclover


Beispielsätze verlieren

... Die Schlüsselfrage ist nicht, was ich gewinnen kann, sondern, was ich verlieren kann. ...

... Was ich nicht verlieren will, ist die Liebe. ...

... Ich weiß nicht, ob ich gewinnen oder verlieren werde. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, Manfredo

Grammatik



ΧΑΝΩ
I lose
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χάνωχάνουμε, χάνομεχάνομαιχανόμαστε
χάνειςχάνετεχάνεσαιχάνεστε, χανόσαστε
χάνειχάνουν(ε)χάνεταιχάνονται
Imper
fekt
έχαναχάναμεχανόμουν(α)χανόμαστε, χανόμασταν
έχανεςχάνατεχανόσουν(α)χανόσαστε, χανόσασταν
έχανεέχαναν, χάναν(ε)χανόταν(ε)χάνονταν, χανόντανε, χανόντουσαν
Aoristέχασαχάσαμεχάθηκαχαθήκαμε
έχασεςχάσατεχάθηκεςχαθήκατε
έχασεέχασαν, χάσαν(ε)χάθηκεχάθηκαν, χαθήκαν(ε)
Per
fect
έχω χάσει
έχω χαμένο
έχουμε χάσει
έχουμε χαμένο
έχω χαθεί
είμαι χαμένος, -η
έχουμε χαθεί
είμαστε χαμένοι, -ες
έχεις χάσει
έχεις χαμένο
έχετε χάσει
έχετε χαμένο
έχεις χαθεί
είσαι χαμένος, -η
έχετε χαθεί
είστε χαμένοι, -ες
έχει χάσει
έχει χαμένο
έχουν χάσει
έχουν χαμένο
έχει χαθεί
είναι χαμένος, -η, -ο
έχουν χαθεί
είναι χαμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα χάσει
είχα χαμένο
είχαμε χάσει
είχαμε χαμένο
είχα χαθεί
ήμουν χαμένος, -η
είχαμε χαθεί
ήμαστε χαμένοι, -ες
είχες χάσει
είχες χαμένο
είχατε χάσει
είχατε χαμένο
είχες χαθεί
ήσουν χαμένος, -η
είχατε χαθεί
ήσαστε χαμένοι, -ες
είχε χάσει
είχε χαμένο
είχαν χάσει
είχαν χαμένο
είχε χαθεί
ήταν χαμένος, -η, -ο
είχαν χαθεί
ήταν χαμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χάνωθα χάνουμεθα χάνομαιθα χανόμαστε
θα χάνειςθα χάνετεθα χάνεσαιθα χάνεστε, θα χανόσαστε
θα χάνειθα χάνουνθα χάνεταιθα χάνονται
Fut
ur
θα χάσωθα χάσουμεθα χαθώθα χαθούμε
θα χάσειςθα χάσετεθα χαθείςθα χαθείτε
θα χάσειθα χάσουνθα χαθείθα χαθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χάσει
θα έχω χαμένο
θα έχουμε χάσει
θα έχουμε χαμένο
θα έχω χαθεί
θα είμαι χαμένος, -η
θα έχουμε χαθεί
θα είμαστε χαμένοι, -ες
θα έχεις χάσει
θα έχεις χαμένο
θα έχετε χάσει
θα έχετε χαμένο
θα έχεις χαθεί
θα είσαι χαμένος, -η
θα έχετε χαθεί
θα είστε χαμένοι, -ες
θα έχει χάσει
θα έχει χαμένο
θα έχουν χάσει
θα έχουν χαμένο
θα έχει χαθεί
θα είναι χαμένος, -η, -ο
θα έχουν χαθεί
θα είναι χαμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χάνωνα χάνουμενα χάνομαινα χανόμαστε
να χάνειςνα χάνετενα χάνεσαινα χάνεστε, να χανόσαστε
να χάνεινα χάνουννα χάνεταινα χάνονται
Aoristνα χάσωνα χάσουμενα χαθώνα χαθούμε
να χάσειςνα χάσετενα χαθείςνα χαθείτε
να χάσεινα χάσουννα χαθείνα χαθούν(ε)
Perfνα έχω χάσει
να έχω χαμένο
να έχουμε χάσει
να έχουμε χαμένο
να έχω χαθεί
να είμαι χαμένος, -η
να έχουμε χαθεί
να είμαστε χαμένοι, -ες
να έχεις χάσει
να έχεις χαμένο
να έχετε χάσει
να έχετε χαμένο
να έχεις χαθεί
να είσαι χαμένος, -η
να έχετε χαθεί
να είστε χαμένοι, -ες
να έχει χάσει
να έχει χαμένο
να έχουν χάσει
να έχουν χαμένο
να έχει χαθεί
να είναι χαμένος, -η, -ο
να έχουν χαθεί
να είναι χαμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχάνεχάνετεχάνεστε
Aoristχάσεχάσετε, χάστεχάσουχαθείτε
Part
izip
Presχάνοντας
Perfέχοντας χάσει, έχοντας χαμένοχαμένος, -η, -οχαμένοι, -ες, -α
InfinAoristχάσειχαθεί


















Griechische Definition zu χάνω

χάνω [xáno] -ομαι Ρ αόρ. έχασα, απαρέμφ. χάσει, παθ. αόρ. χάθηκα, απαρέμφ. χαθεί, μππ. χαμένος : 1. παύω να έχω στην ιδιοκτησία μου κτ., οριστικά ή προσωρινά. ANT βρίσκω: Tου έπεσε το πορτοφόλι και το έχα σε. Bρήκε το δαχτυλίδι που είχε χάσει. || δε θυμάμαι πού έχω βάλει κτ.: Έχασα τα γυαλιά μου, μήπως τα είδες; || (παθ.) για μεγάλη έλλειψη: Xάθηκε ο καφές από την αγορά. ΦΡ έχασε η Bενετιά βελόνι*. χάνω τ΄ αυγά* και τα καλάθια / πασχάλια. α2. για κράτος ή έθνος από το οποίο αφαιρεί ται τμήμα των εδαφών του: Xάσαμε τη Mικρά Aσία. Xαμένες πατρίδες, οι περιοχές που εγκατέλειψαν οι ελληνικοί πληθυσμοί, κυρίως μετά το 1922. β. για οικονομική καταστροφή ή ζημιά. ANT κερδίζω: Έχασε την περιουσία του στον πόλεμο / στα χαρτιά. Έχασε (πολλά λεφτά) μ΄ αυτό το εμπόρευμα που έβαλε στο μαγαζί. H εταιρεία έχασε είκοσι εκατομμύρια σε ένα μήνα, ζημίωσε. || χάνω τη δουλειά / τη θέση μου, απολύομαι. (έκφρ.) χάνω το ψωμί* μου. γ. παύω να απολαμβάνω κτ., να έχω κάποιο δικαίωμα: Έχασε το δικαίωμα της ψήφου / τη σύνταξή του / την υπηκοότητά του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15