τρώω  Verb  [troo, trww]

Ähnliche Bedeutung wie τρώω

Ähnliche Wörter zu τρώω

τρώω ξυλιές


Beispielsätze τρώω

... Mη μου τα λες εμένα αυτά, γιατί δεν τα τρώω κάτι τέτοια. Nόμισες πως το ΄φαγα; ...

... Περισσότερο απ'όλα μου αρέσει να τρώω τηγανητές πατάτες. ...

... Ποτέ δεν τρώω κρέας. ...

Quelle: enteka, glavkos, glavkos


Beispielsätze ich esse

... Nein, ich esse jetzt nichts. ...

... Tiere sind meine Freunde, und ich esse meine Freunde nicht. ...

... Ja, ich koche sehr gern... und ich esse gern. ...

Quelle: kroko, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΤΡΩΩ
I eat
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρώω, τρώγωτρώμε, τρώγομε, τρώγουμετρώγομαιτρωγόμαστε
τρως, τρώγειςτρώτε, τρώγετετρώγεσαιτρώγεστε, τρωγόσαστε
τρώει, τρώγειτρώνε, τρων, τρώγουν(ε)τρώγεταιτρώγονται
Imper
fekt
έτρωγατρώγαμετρωγόμουν(α)τρωγόμαστε, τρωγόμασταν
έτρωγεςτρώγατετρωγόσουν(α)τρωγόσαστε, τρωγόσασταν
έτρωγεέτρωγαν, τρώγαν(ε)τρωγόταν(ε)τρώγονταν, τρωγόντανε, τρωγόντουσαν
Aoristέφαγαφάγαμεφαγώθηκαφαγωθήκαμε
έφαγεςφάγατεφαγώθηκεςφαγωθήκατε
έφαγεέφαγαν, φάγαν(ε)φαγώθηκεφαγώθηκαν, φαγωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω φάει
έχω φαγωμένο
έχουμε φάει
έχουμε φαγωμένο
έχω φαγωθεί
είμαι φαγωμένος, -η
έχουμε φαγωθεί
είμαστε φαγωμένοι, -ες
έχεις φάει
έχεις φαγωμένο
έχετε φάει
έχετε φαγωμένο
έχεις φαγωθεί
είσαι φαγωμένος, -η
έχετε φαγωθεί
είστε φαγωμένοι, -ες
έχει φάει
έχει φαγωμένο
έχουν φάει
έχουν φαγωμένο
έχει φαγωθεί
είναι φαγωμένος, -η, -ο
έχουν φαγωθεί
είναι φαγωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα φάει
είχα φαγωμένο
είχαμε φάει
είχαμε φαγωμένο
είχα φαγωθεί
ήμουν φαγωμένος, -η
είχαμε φαγωθεί
ήμαστε φαγωμένοι, -ες
είχες φάει
είχες φαγωμένο
είχατε φάει
είχατε φαγωμένο
είχες φαγωθεί
ήσουν φαγωμένος, -η
είχατε φαγωθεί
ήσαστε φαγωμένοι, -ες
είχε φάει
είχε φαγωμένο
είχαν φάει
είχαν φαγωμένο
είχε φαγωθεί
ήταν φαγωμένος, -η, -ο
είχαν φαγωθεί
ήταν φαγωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρώω, θα τρώγωθα τρώμε, θα τρώγουμε, θα τρώγομεθα τρώγομαιθα τρωγόμαστε
θα τρως, θα τρώγειςθα τρωτε, θα τρώγετεθα τρώγεσαιθα τρώγεστε, θα τρωγόσαστε
θα τρώειθα τρώνε, θα τρων, θα τρώγουν(ε)θα τρωγεταιθα τρώγονται
Fut
ur
θα φάωθα φάμεθα φαγωθώθα φαγωθούμε
θα φαςθα φάτεθα φαγωθείςθα φαγωθείτε
θα φάειθα φάνε, θα φάνθα φαγωθείθα φαγωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φάει
θα έχω φαγωμένο
θα έχουμε φάει
θα έχουμε φαγωμένο
θα έχω φαγωθεί
θα είμαι φαγωμένος, -η
θα έχουμε φαγωθεί
θα ήμαστε φαγωμένοι, -ες
θα έχεις φάει
θα έχεις φαγωμένο
θα έχετε φάει
θα έχετε φαγωμένο
θα έχεις φαγωθεί
θα είσαι φαγωμένος, -η
θα έχετε φαγωθεί
θα είστε φαγωμένοι, -ες
θα έχει φάει
θα έχει φαγωμένο
θα έχουν φάει
θα έχουν φαγωμένο
θα έχει φαγωθεί
θα είναι φαγωμένος, -η, -ο
θα έχουν φαγωθεί
θα είναι φαγωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τρώω, να τρώγωνα τρώμε, να τρώγουμε, να τρώγομενα τρώγομαινα τρωγόμαστε
να τρωςνα τρώτενα τρώγεσταινα τρώγεστε, τρωγόσαστε
να τρώεινα τρώνε, να τρων, να τρώγουν(ε)να τρώγεταινα τρώγονται
Aoristνα φαωνα φάμενα φαγωθώνα φαγωθούμε
να φαςνα φάτενα φαγωθείςνα φαγωθείτε
να φάεινα φάνε, να φαννα φαγωθείνα φαγωθούν(ε)
Perfνα έχω φάει
να έχω φαγωμένο
να έχουμε φάει
να έχουμε φαγωμένο
να έχω φαγωθεί
να είμαι φαγωμένος, -η
να έχουμε φαγωθεί
να είμαστε φαγωμένοι, -ες
να έχεις φάει
να έχεις φαγωμένο
να έχετε φάει
να έχετε φαγωμένο
να έχεις φαγωθεί
να είσαι φαγωμένος, -η
να έχετε φαγωθεί
να είστε φαγωμένοι, -ες
να έχει φάει
να έχει φαγωμένο
να έχουν φάει
να έχουν φαγωμένο
να έχει φαγωθεί
να είναι φαγωμένος, -η, -ο
να έχουν φαγωθεί
να είναι φαγωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτρώγετρώτε, τρώγετετρώγεστε
Aoristφάεφάτεφαγωθείτε
Part
izip
Presτρώγοντας
Perfέχοντας φάει, έχοντας φαγωμένοφαγωμένος, -η, -οφαγωμένοι, -ες, -α
InfinAoristφάειφαγωθεί



Person Wortform
Präsens ich esse
du isst
er, sie, es isst
Präteritum ich
Konjunktiv II ich äße
Imperativ Singular iss!
Plural esst!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gegessen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:essen















Singular

Plural

Nominativ das Fressen

Genitiv des Fressens

Dativ dem Fressen

Akkusativ das Fressen





Griechische Definition zu τρώω

τρώω [tróo] -γομαι & (σπάν.) τρώγω [tróγo] -ομαι Ρ ενεστ. τρως, τρώ(γ)ει, τρώμε, τρώτε, τρώνε, τρων και τρώγουν, προστ. τρώ(γ)ε, τρώτε, μεε. τρώγοντας, πρτ. έτρωγα, αόρ. έφαγα, απαρέμφ. φάει και (σπάν.) φάγει, παθ. αόρ. φαγώθηκα, απαρέμφ. φαγωθεί, μππ. φαγωμένος· (βλ. και φαγώνομαι) : I1α. μασώ και καταπίνω στερεά ή ημίρρευστη τροφή: τρώω ψωμί / φρούτα / σούπα. Tι θα φάμε σήμερα; τρώω αργά / λαίμαργα. Φα το το φαγητό σου. H γάτα έφαγε τα ψάρια. Tρώει σαν γουρούνι, πολύ και άτσα λα. Tρώει σαν βόδι / σαν δράκος, πολύ και οτιδήποτε. Tρώει σαν λύκος, αχόρταγα. Tρώει για δύο / για τέσσερις, διπλή / τετραπλή μερίδα. Tρώει σαν πουλάκι, πολύ λίγο. (απειλή): Θα σε φάω ζωντανή! (πειραχτικά) Πλησίασε, δε θα σε φάμε. || γευματίζω ή δειπνώ: Tον κάλεσα να φάμε. Έλα / κάθισε να φάμε. Θα φάμε έξω, σε εστιατόριο. τρώω στο πόδι*. Έφαγες; - Nαι, είμαι φαγωμένος. ANT αφάγωτος. Φάγαμε καλά, αρκετή ποσότητα και καλή ποιότητα. Φάγαμε πρόχειρα, όχι κανονικό γεύμα. (έκφρ.) να τρώει η μάνα* και στο παιδί να μη δίνει. τρώει και πίνει, για κπ. που έχει εξασφαλίσει ό,τι χρειάζεται, χωρίς ο ίδιος να φροντίζει για τίποτε. τρώγοντας έρχεται η όρεξη*. ΦΡ τρώω τον περίδρομο / τον αγλέουρα / τον άμπακα / του σκασμού, τρώω υπερβολικά. κάποιος τρώει με χρυσά* κουτάλια. το τρως και σε τρώει, όταν τρώγοντας ή χρησιμοποιώντας κτ., αναλογιζόμαστε με τύψεις πόσο ακριβά μας κόστισε. (τα) έφαγε τα ψωμιά* του. τρώω αέρα* κοπανιστό. τρώω κπ. / κτ. με τα μάτια, το(ν) παρατηρώ επίμονα και με έκδηλη επιθυμία: Ο νεαρός την έφαγε με τα μάτια του την κοπέλα. …να φαν κι οι κότες*. πήγε να με φάει, για πολύ έντονα αρνητι κή αντίδραση: Mόλις του είπα πως θα φύγω, πήγε να με φάει. ΠAΡ Φάτε μάτια ψάρια* και κοιλιά περίδρομο. Έχεις μαχαίρι, τρως πεπόνι*. Θα φάει η μύγα* σίδερο και το κουνούπι ατσάλι. Tο μεγάλο ψάρι* τρώει το μικρό. Aρνί που βλέπει ο Θεός*, ο λύκος δεν το τρώει. β. δείχνω προτίμηση για κάποιο φαγητό, μου αρέσει ιδιαίτερα: Δεν (τα) τρώω (τα) λαχανικά. Εμείς το τρώμε (πολύ) το ψάρι. || για ζώο που τρέφεται κυρίως με κάποιο είδος τροφής: Ο σκύλος τρώει κρέας. γ. δε νηστεύω: Tρώει τη M. Εβδομάδα. Tη Mεγάλη Παρασκευή δεν τρώνε ούτε λάδι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τρώω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15