τρώω Verb  [troo, trww]

  Verb
(511)
fressen (derb)
  Verb
(12)
  Verb
(2)
  Verb
(1)
  Verb
(0)
verbraten (ugs.)
  Verb
(0)
abknöpfen (ugs.)
  Verb
(0)
verplempern (ugs.)
  Verb
(0)

Etymologie zu τρώω

τρώω altgriechisch τρώγω


GriechischDeutsch
Πίνω soju χωρίς να τρώω τίποτα επειδή δεν έχω λεφτά.Ich trinke Soju ohne was zu essen weil ich keine Kohle habe.

Übersetzung nicht bestätigt

"Πάντα ήθελα να πάρω κάτι για μένα πριν από τρώω", είπε ο Αόρατος Άνθρωπος, με ένα πλήρες στόμα, τρώει λαίμαργα."Ich habe immer gerne etwas über mich, bevor ich essen", sagte der Invisible Man, mit vollem Mund, essen gierig.

Übersetzung nicht bestätigt

Μερικά κατεψυγμένα γεύματα, αλλά κυρίως προσπαθώ να μην τρώω επεξεργασμένες τροφές.Ein paar gefriergetrocknete Mahlzeiten, aber meistens versuche ich, viel weniger stark verarbeitete Nahrung zu essen.

Übersetzung nicht bestätigt

Έπρεπε να τρώω σωστά, να γυμνάζομαι, να συλλογίζομαι, να έχω κατοικίδια σκυλιά, επειδή αυτό μειώνει την πίεση στο αίμα.Ich musste richtig essen, Sport treiben, meditieren, Hunde streicheln, weil das den Blutdruck senkt.

Übersetzung nicht bestätigt

Μου άρεσε να τρώω [ασαφές] όταν έρχονταν και με ρωτούσαν,Ich genoss, Speisen zu essen wie [undeutlich] kam und fragte mich,

Übersetzung nicht bestätigt



Grammatik

Grammatik zu τρώω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρώω, τρώγωτρώμε, τρώγομε, τρώγουμετρώγομαιτρωγόμαστε
τρως, τρώγειςτρώτε, τρώγετετρώγεσαιτρώγεστε, τρωγόσαστε
τρώει, τρώγειτρώνε, τρων, τρώγουν(ε)τρώγεταιτρώγονται
Imper
fekt
έτρωγατρώγαμετρωγόμουν(α)τρωγόμαστε, τρωγόμασταν
έτρωγεςτρώγατετρωγόσουν(α)τρωγόσαστε, τρωγόσασταν
έτρωγεέτρωγαν, τρώγαν(ε)τρωγόταν(ε)τρώγονταν, τρωγόντανε, τρωγόντουσαν
Aoristέφαγαφάγαμεφαγώθηκαφαγωθήκαμε
έφαγεςφάγατεφαγώθηκεςφαγωθήκατε
έφαγεέφαγαν, φάγαν(ε)φαγώθηκεφαγώθηκαν, φαγωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω φάει
έχω φαγωμένο
έχουμε φάει
έχουμε φαγωμένο
έχω φαγωθεί
είμαι φαγωμένος, -η
έχουμε φαγωθεί
είμαστε φαγωμένοι, -ες
έχεις φάει
έχεις φαγωμένο
έχετε φάει
έχετε φαγωμένο
έχεις φαγωθεί
είσαι φαγωμένος, -η
έχετε φαγωθεί
είστε φαγωμένοι, -ες
έχει φάει
έχει φαγωμένο
έχουν φάει
έχουν φαγωμένο
έχει φαγωθεί
είναι φαγωμένος, -η, -ο
έχουν φαγωθεί
είναι φαγωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα φάει
είχα φαγωμένο
είχαμε φάει
είχαμε φαγωμένο
είχα φαγωθεί
ήμουν φαγωμένος, -η
είχαμε φαγωθεί
ήμαστε φαγωμένοι, -ες
είχες φάει
είχες φαγωμένο
είχατε φάει
είχατε φαγωμένο
είχες φαγωθεί
ήσουν φαγωμένος, -η
είχατε φαγωθεί
ήσαστε φαγωμένοι, -ες
είχε φάει
είχε φαγωμένο
είχαν φάει
είχαν φαγωμένο
είχε φαγωθεί
ήταν φαγωμένος, -η, -ο
είχαν φαγωθεί
ήταν φαγωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρώω, θα τρώγωθα τρώμε, θα τρώγουμε, θα τρώγομεθα τρώγομαιθα τρωγόμαστε
θα τρως, θα τρώγειςθα τρωτε, θα τρώγετεθα τρώγεσαιθα τρώγεστε, θα τρωγόσαστε
θα τρώειθα τρώνε, θα τρων, θα τρώγουν(ε)θα τρωγεταιθα τρώγονται
Fut
ur
θα φάωθα φάμεθα φαγωθώθα φαγωθούμε
θα φαςθα φάτεθα φαγωθείςθα φαγωθείτε
θα φάειθα φάνε, θα φάνθα φαγωθείθα φαγωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φάει
θα έχω φαγωμένο
θα έχουμε φάει
θα έχουμε φαγωμένο
θα έχω φαγωθεί
θα είμαι φαγωμένος, -η
θα έχουμε φαγωθεί
θα ήμαστε φαγωμένοι, -ες
θα έχεις φάει
θα έχεις φαγωμένο
θα έχετε φάει
θα έχετε φαγωμένο
θα έχεις φαγωθεί
θα είσαι φαγωμένος, -η
θα έχετε φαγωθεί
θα είστε φαγωμένοι, -ες
θα έχει φάει
θα έχει φαγωμένο
θα έχουν φάει
θα έχουν φαγωμένο
θα έχει φαγωθεί
θα είναι φαγωμένος, -η, -ο
θα έχουν φαγωθεί
θα είναι φαγωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τρώω, να τρώγωνα τρώμε, να τρώγουμε, να τρώγομενα τρώγομαινα τρωγόμαστε
να τρωςνα τρώτενα τρώγεσταινα τρώγεστε, τρωγόσαστε
να τρώεινα τρώνε, να τρων, να τρώγουν(ε)να τρώγεταινα τρώγονται
Aoristνα φαωνα φάμενα φαγωθώνα φαγωθούμε
να φαςνα φάτενα φαγωθείςνα φαγωθείτε
να φάεινα φάνε, να φαννα φαγωθείνα φαγωθούν(ε)
Perfνα έχω φάει
να έχω φαγωμένο
να έχουμε φάει
να έχουμε φαγωμένο
να έχω φαγωθεί
να είμαι φαγωμένος, -η
να έχουμε φαγωθεί
να είμαστε φαγωμένοι, -ες
να έχεις φάει
να έχεις φαγωμένο
να έχετε φάει
να έχετε φαγωμένο
να έχεις φαγωθεί
να είσαι φαγωμένος, -η
να έχετε φαγωθεί
να είστε φαγωμένοι, -ες
να έχει φάει
να έχει φαγωμένο
να έχουν φάει
να έχουν φαγωμένο
να έχει φαγωθεί
να είναι φαγωμένος, -η, -ο
να έχουν φαγωθεί
να είναι φαγωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτρώγετρώτε, τρώγετετρώγεστε
Aoristφάεφάτεφαγωθείτε
Part
izip
Presτρώγοντας
Perfέχοντας φάει, έχοντας φαγωμένοφαγωμένος, -η, -οφαγωμένοι, -ες, -α
InfinAoristφάειφαγωθεί



















Griechische Definition zu τρώω

τρώω [tróo] -γομαι & (σπάν.) τρώγω [tróγo] -ομαι Ρ ενεστ. τρως, τρώ(γ)ει, τρώμε, τρώτε, τρώνε, τρων και τρώγουν, προστ. τρώ(γ)ε, τρώτε, μεε. τρώγοντας, πρτ. έτρωγα, αόρ. έφαγα, απαρέμφ. φάει και (σπάν.) φάγει, παθ. αόρ. φαγώθηκα, απαρέμφ. φαγωθεί, μππ. φαγωμένος· (βλ. και φαγώνομαι) : I1α. μασώ και καταπίνω στερεά ή ημίρρευστη τροφή: τρώω ψωμί / φρούτα / σούπα. Tι θα φάμε σήμερα; τρώω αργά / λαίμαργα. Φα το το φαγητό σου. H γάτα έφαγε τα ψάρια. Tρώει σαν γουρούνι, πολύ και άτσα λα. Tρώει σαν βόδι / σαν δράκος, πολύ και οτιδήποτε. Tρώει σαν λύκος, αχόρταγα. Tρώει για δύο / για τέσσερις, διπλή / τετραπλή μερίδα. Tρώει σαν πουλάκι, πολύ λίγο. (απειλή): Θα σε φάω ζωντανή! (πειραχτικά) Πλησίασε, δε θα σε φάμε. || γευματίζω ή δειπνώ: Tον κάλεσα να φάμε. Έλα / κάθισε να φάμε. Θα φάμε έξω, σε εστιατόριο. τρώω στο πόδι*. Έφαγες; - Nαι, είμαι φαγωμένος. ANT αφάγωτος. Φάγαμε καλά, αρκετή ποσότητα και καλή ποιότητα. Φάγαμε πρόχειρα, όχι κανονικό γεύμα. (έκφρ.) να τρώει η μάνα* και στο παιδί να μη δίνει. τρώει και πίνει, για κπ. που έχει εξασφαλίσει ό,τι χρειάζεται, χωρίς ο ίδιος να φροντίζει για τίποτε. τρώγοντας έρχεται η όρεξη*. ΦΡ τρώω τον περίδρομο / τον αγλέουρα / τον άμπακα / του σκασμού, τρώω υπερβολικά. κάποιος τρώει με χρυσά* κουτάλια. το τρως και σε τρώει, όταν τρώγοντας ή χρησιμοποιώντας κτ., αναλογιζόμαστε με τύψεις πόσο ακριβά μας κόστισε. (τα) έφαγε τα ψωμιά* του. τρώω αέρα* κοπανιστό. τρώω κπ. / κτ. με τα μάτια, το(ν) παρατηρώ επίμονα και με έκδηλη επιθυμία: Ο νεαρός την έφαγε με τα μάτια του την κοπέλα. …να φαν κι οι κότες*. πήγε να με φάει, για πολύ έντονα αρνητι κή αντίδραση: Mόλις του είπα πως θα φύγω, πήγε να με φάει. ΠAΡ Φάτε μάτια ψάρια* και κοιλιά περίδρομο. Έχεις μαχαίρι, τρως πεπόνι*. Θα φάει η μύγα* σίδερο και το κουνούπι ατσάλι. Tο μεγάλο ψάρι* τρώει το μικρό. Aρνί που βλέπει ο Θεός*, ο λύκος δεν το τρώει. β. δείχνω προτίμηση για κάποιο φαγητό, μου αρέσει ιδιαίτερα: Δεν (τα) τρώω (τα) λαχανικά. Εμείς το τρώμε (πολύ) το ψάρι. || για ζώο που τρέφεται κυρίως με κάποιο είδος τροφής: Ο σκύλος τρώει κρέας. γ. δε νηστεύω: Tρώει τη M. Εβδομάδα. Tη Mεγάλη Παρασκευή δεν τρώνε ούτε λάδι. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback