σπαταλώ  Verb  [spatalo, spatalw]

Ähnliche Bedeutung wie σπαταλώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze verbummeln

... Idlen (engl. to idle = faulenzen, im Leerlauf laufen, verbummeln) bezeichnet das Nichtstun eines Benutzers über einen längeren Zeitraum in einem Chatraum ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΠΑΤΑΛΩ
I waste
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σπαταλάω, σπαταλώσπαταλάμε, σπαταλούμεσπαταλιέμαισπαταλιόμαστε
σπαταλάςσπαταλάτεσπαταλιέσαισπαταλιέστε, σπαταλιόσαστε
σπαταλάει, σπαταλάσπαταλάν(ε), σπαταλούν(ε)σπαταλιέταισπαταλιούνται, σπαταλιόνται
Imper
fekt
σπαταλούσα, σπατάλαγασπαταλούσαμε, σπαταλάγαμεσπαταλιόμουν(α)σπαταλιόμαστε, σπαταλιόμασταν
σπαταλούσες, σπατάλαγεςσπαταλούσατε, σπαταλάγατεσπαταλιόσουν(α)σπαταλιόσαστε, σπαταλιόσασταν
σπαταλούσε, σπατάλαγεσπαταλούσαν(ε), σπατάλαγαν, σπαταλάγανεσπαταλιόταν(ε)σπαταλιόνταν(ε), σπαταλιούνταν, σπαταλιόντουσαν
Aoristσπατάλησασπαταλήσαμεσπαταλήθηκασπαταληθήκαμε
σπατάλησεςσπαταλήσατεσπαταλήθηκεςσπαταληθήκατε
σπατάλησεσπατάλησαν, σπαταλήσαν(ε)σπαταλήθηκεσπαταλήθηκαν, σπαταληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω σπαταλήσει
έχω σπαταλημένο
έχουμε σπαταλήσει
έχουμε σπαταλημένο
έχω σπαταληθεί
είμαι σπαταλημένος, -η
έχουμε σπαταληθεί
είμαστε σπαταλημένοι, -ες
έχεις σπαταλήσει
έχεις σπαταλημένο
έχετε σπαταλήσει
έχετε σπαταλημένο
έχεις σπαταληθεί
είσαι σπαταλημένος, -η
έχετε σπαταληθεί
είστε σπαταλημένοι, -ες
έχει σπαταλήσει
έχει σπαταλημένο
έχουν σπαταλήσει
έχουν σπαταλημένο
έχει σπαταληθεί
είναι σπαταλημένος, -η, -ο
έχουν σπαταληθεί
είναι σπαταλημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα σπαταλήσει
είχα σπαταλημένο
είχαμε σπαταλήσει
είχαμε σπαταλημένο
είχα σπαταληθεί
ήμουν σπαταλημένος, -η
είχαμε σπαταληθεί
ήμαστε σπαταλημένοι, -ες
είχες σπαταλήσει
είχες σπαταλημένο
είχατε σπαταλήσει
είχατε σπαταλημένο
είχες σπαταληθεί
ήσουν σπαταλημένος, -η
είχατε σπαταληθεί
ήσαστε σπαταλημένοι, -ες
είχε σπαταλήσει
είχε σπαταλημένο
είχαν σπαταλήσει
είχαν σπαταλημένο
είχε σπαταληθεί
ήταν σπαταλημένος, -η, -ο
είχαν σπαταληθεί
ήταν σπαταλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σπαταλάω, θα σπαταλώθα σπαταλάμε, θα σπαταλούμεθα σπαταλιέμαιθα σπαταλιόμαστε
θα σπαταλάςθα σπαταλάτεθα σπαταλιέσαιθα σπαταλιέστε, θα σπαταλιόσαστε
θα σπαταλάει, θα σπαταλάθα σπαταλάν(ε), θα σπαταλούν(ε)θα σπαταλιέταιθα σπαταλιούνται, θα σπαταλιόνται
Fut
ur
θα σπαταλήσωθα σπαταλήσουμε, θα σπαταλήσομεθα σπαταληθώθα σπαταληθούμε
θα σπαταλήσειςθα σπαταλήσετεθα σπαταληθείςθα σπαταληθείτε
θα σπαταλήσειθα σπαταλήσουν(ε)θα σπαταληθείθα σπαταληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σπαταλήσει
θα έχω σπαταλημένο
θα έχουμε σπαταλήσει
θα έχουμε σπαταλημένο
θα έχω σπαταληθεί
θα είμαι σπαταλημένος, -η
θα έχουμε σπαταληθεί
θα είμαστε σπαταλημένοι, -ες
θα έχεις σπαταλήσει
θα έχεις σπαταλημένο
θα έχετε σπαταλήσει
θα έχετε σπαταλημένο
θα έχεις σπαταληθεί
θα είσαι σπαταλημένος, -η
θα έχετε σπαταληθεί
θα είστε σπαταλημένοι, -ες
θα έχει σπαταλήσει
θα έχει σπαταλημένο
θα έχουν σπαταλήσει
θα έχουν σπαταλημένο
θα έχει σπαταληθεί
θα είναι σπαταλημένος, -η, -ο
θα έχουν σπαταληθεί
θα είναι σπαταλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σπαταλάω, να σπαταλώνα σπαταλάμε, να σπαταλούμενα σπαταλιέμαινα σπαταλιόμαστε
να σπαταλάςνα σπαταλάτενα σπαταλιέσαινα σπαταλιέστε, να σπαταλιόσαστε
να σπαταλάει, να σπαταλάνα σπαταλάν(ε), να σπαταλούν(ε)να σπαταλιέταινα σπαταλιούνται, να σπαταλιόνται
Aoristνα σπαταλήσωνα σπαταλήσουμε, να σπαταλήσομενα σπαταληθώνα σπαταληθούμε
να σπαταλήσειςνα σπαταλήσετενα σπαταληθείςνα σπαταληθείτε
να σπαταλήσεινα σπαταλήσουν(ε)να σπαταληθείνα σπαταληθούν(ε)
Perfνα έχω σπαταλήσει
να έχω σπαταλημένο
να έχουμε σπαταλήσει
να έχουμε σπαταλημένο
να έχω σπαταληθεί
να είμαι σπαταλημένος, -η
να έχουμε σπαταληθεί
να είμαστε σπαταλημένοι, -ες
να έχεις σπαταλήσει
να έχεις σπαταλημένο
να έχετε σπαταλήσει
να έχετε σπαταλημένο
να έχεις σπαταληθεί
να είσαι σπαταλημένος, -η
να έχετε σπαταληθεί
να είστε σπαταλημένοι, -η
να έχει σπαταλήσει
να έχει σπαταλημένο
να έχουν σπαταλήσει
να έχουν σπαταλημένο
να έχει σπαταληθεί
να είναι σπαταλημένος, -η, -ο
να έχουν σπαταληθεί
να είναι σπαταλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσπατάλα, σπατάλαγεσπαταλάτεσπαταλιέστε
Aoristσπατάλησε, σπατάλασπαταλήστεσπαταλήσουσπαταληθείτε
Part
izip
Presσπαταλώντας
Perfέχοντας σπαταλήσει, έχοντας σπαταλημένοσπαταλημένος, -η, -οσπαταλημένοι, -ες, -α
InfinAoristσπαταλήσεισπαταληθεί






Griechische Definition zu σπαταλώ

σπαταλώ [spataló] & -άω, -ιέμαι : ξοδεύω, δαπανώ ή καταναλώνω κτ. χωρίς φειδώ, χωρίς μέτρο, αλόγιστα και άσκοπα: Σπατάλησε όλη την περιουσία του στα γλέντια και στις διασκεδάσεις. Mη σπαταλάς το χρόνο σου. || Σπατάλησε τα νιάτα του και το ταλέντο του στον αγώνα για επιβίωση.

[ελνστ. σπαταλῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σπαταλώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15