ξηλώνω  

  • auftrennen
    upvotedownvote
  • auseinandernehmen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... επιθυμούσε βέβαια να ξαναπαντρευτεί, έπλεκε το σάβανο την ημέρα και το ξήλωνε την νύχτα. Αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, κατά τα οποία οι μνηστήρες ...

... μικροσκοπική μεγέθυνση της ραφής του μανικιού του παλτού του σαμποτέρ που ξηλώνεται ενισχύουν την αίσθηση του σασπένς. Στην ταινία υπάρχουν μερικά πλάνα ...

... αύξηση του ποσοστού δόμησης αλλά και του θεσμού της αντιπαροχής. Το 1957 ξηλώνονται οι γραμμές του τραμ και το λιθόστρωτο, ο δρόμος ασφαλτοστρώνεται και μετατρέπεται ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

ksilono, kshlwnw


Deutsche Synonyme zu: ξηλώνω

teilen unterteilen fragmentieren auseinandernehmen zergliedern zerlegen aufteilen partagieren tranchieren zerteilen trennen spalten zersetzen abwracken atomisieren auflösen aufspalten auftrennen untertrennen auseinanderbauen demontieren pulverisieren zertrennen zerspalten zersplittern beschimpfen zusammenscheißen die Leviten lesen rundmachen zusammenfalten anraunzen scharf kritisieren ausschelten anpfeifen ausschimpfen fertigmachen zur Schnecke machen (scharf) zurechtweisen zur Sau machen (jemandem) seine Meinung geigen anschnauzen anmeckern rummeckern (an jemandem) anpflaumen angiften anranzen anfahren abwatschen anherrschen zur Minna machen anblasen rüffeln bekritteln bemängeln (etwas/jemanden) aufs Korn nehmen tadeln bemäkeln kritisieren kritisch betrachten (jemanden) zusammenfalten schelten in (seine) Einzelteile zerlegen in einzelne Komponenten zergliedern modularisieren tranchieren (Kochkunst) ausschlachten ausbauen


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
ξηλώσει
μετοχή (ενεστώτας)
ξηλώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ξηλώνω ξηλώνεις ξηλώνει ξηλώνο(υ)με ξηλώνετε ξηλώνουν(ε)
παρατατικός ξήλωνα ξήλωνες ξήλωνε ξηλώναμε ξηλώνατε ξήλωναν, ξηλώναν(ε)
αόριστος ξήλωσα ξήλωσες ξήλωσε ξηλώσαμε ξηλώσατε ξήλωσαν, ξηλώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα ξηλώνω θα ξηλώνεις θα ξηλώνει θα ξηλώνο(υ)με θα ξηλώνετε θα ξηλώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα ξηλώσω θα ξηλώσεις θα ξηλώσει θα ξηλώσο(υ)με θα ξηλώσετε θα ξηλώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω ξηλώσει έχεις ξηλώσει έχει ξηλώσει έχο(υ)με ξηλώσει έχετε ξηλώσει έχουν(ε) ξηλώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα ξηλώσει είχες ξηλώσει είχε ξηλώσει είχαμε ξηλώσει είχατε ξηλώσει είχαν(ε) ξηλώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω ξηλώσει θα έχεις ξηλώσει θα έχει ξηλώσει θα έχο(υ)με ξηλώσει θα έχετε ξηλώσει θα έχουν(ε) ξηλώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να ξηλώνω να ξηλώνεις να ξηλώνει να ξηλώνο(υ)με να ξηλώνετε να ξηλώνουν(ε)
αόριστος να ξηλώσω να ξηλώσεις να ξηλώσει να ξηλώσο(υ)με να ξηλώσετε να ξηλώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω ξηλώσει να έχεις ξηλώσει να έχει ξηλώσει να έχο(υ)με ξηλώσει να έχετε ξηλώσει να έχουν(ε) ξηλώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ξήλωνε ξηλώνετε
αόριστος ξήλωσε ξηλώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15