κόβω  Verb  [kovo, kobw]

Ähnliche Bedeutung wie κόβω


Beispielsätze κόβω

... Δεν κόβω το ψωμί τους σε φέτες. ...

... Αναφέρεται στο λεξικό της Εγκυκλοπαίδειας 2002, στο λήμμα "αποκουρεύω" = "κουρεύω τα μαλλιά εντελώς, ως τη ρίζα, τα κόβω σύρριζα, κατακούρι", εκδ. 1984. ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schneiden

... Ich kann mir nicht gleichzeitig die Nägel schneiden und bügeln! ...

... Bitte schneiden Sie den Laib Brot für mich. ...

... Sie hat sich die Haare kurz schneiden lassen. ...

Quelle: MUIRIEL, lilygilder, MUIRIEL

Grammatik


ΚΟΒΩ
I cut
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κόβωκόβουμε, κόβομεkobomai">κόβομαικοβόμαστε
κόβειςκόβετεκόβεσαικόβεστε, κοβόσαστε
κόβεικόβουν(ε)κόβεταικόβονται
Imper
fekt
έκοβακόβαμεκοβόμουν(α)κοβόμαστε, κοβόμασταν
έκοβεςκόβατεκοβόσουν(α)κοβόσαστε, κοβόσασταν
έκοβεέκοβαν, κόβαν(ε)κοβόταν(ε)κόβονταν, κοβόντανε, κοβόντουσαν
Aoristέκοψακόψαμεκόπηκακοπήκαμε
έκοψεςκόψατεκόπηκεςκοπήκατε
έκοψεέκοψαν, κόψαν(ε)κόπηκεκόπηκαν, κοπήκαν(ε)
Per
fect
έχω κόψει
έχω κομμένο
έχουμε κόψει
έχουμε κομμένο
έχω κοπεί
είμαι κομμένος, -η
έχουμε κοπεί
είμαστε κομμένοι, -ες
έχεις κόψει
έχεις κομμένο
έχετε κόψει
έχεις κομμένο
έχεις κοπεί
είσαι κομμένος, -η
έχετε κοπεί
είστε κομμένοι, -ες
έχει κόψει
έχει κομμένο
έχουν κόψει
έχουν κομμένο
έχει κοπεί
είναι κομμένος, -η, -ο
έχουν κοπεί
είναι κομμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κόψει
είχα κομμένο
είχαμε κόψει
είχαμε κομμένο
είχα κοπεί
ήμουν κομμένος, -η
είχαμε κοπεί
ήμαστε κομμένοι, -ες
είχες κόψει
είχες κομμένο
είχατε κόψει
είχατε κομμένο
είχες κοπεί
ήσουν κομμένος, -η
είχατε κοπεί
ήσαστε κομμένοι, -ες
είχε κόψει
είχε κομμένο
είχαν κόψει
είχαν κομμένο
είχε κοπεί
ήταν κομμένος, -η, -ο
είχαν κοπεί
ήταν κομμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κόβωθα κόβουμε, θα κόβομεθα κόβομαιθα κοβόμαστε
θα κόβειςθα κόβετεθα κόβεσαιθα κόβεστε, θα κοβόσαστε
θα κόβειθα κόβουν(ε)θα κόβεταιθα κόβονται
Fut
ur
θα κόψωθα κόψουμε, θα κόψομεθα κοπώθα κοπούμε
θα κόψειςθα κόψετεθα κοπείςθα κοπείτε
θα κόψειθα κόψουν(ε)θα κοπείθα κοπούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κόψει
θα έχω κομμένο
θα έχουμε κόψει
θα έχουμε κομμένο
θα έχω κοπεί
θα είμαι κομμένος, -η
θα έχουμε κοπεί
θα είμαστε κομμένοι, -ες
θα έχεις κόψει
θα έχεις κομμένο
θα έχετε κόψει
θα έχετε κομμένο
θα έχεις κοπεί
θα είσαι κομμένος, -η
θα έχετε κοπεί
θα είστε κομμένοι, -ες
θα έχει κόψει
θα έχει κομμένο
θα έχουν κόψει
θα έχουν κομμένο
θα έχει κοπεί
θα είναι κομμένος, -η, -ο
θα έχουν κοπεί
θα είναι κομμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κόβωνα κόβουμε, να κόβομενα κόβομαινα κοβόμαστε
να κόβειςνα κόβετενα κόβεσαινα κόβεστε, να κοβόσαστε
να κόβεινα κόβουν(ε)να κόβεταινα κόβονται
Aoristνα κόψωνα κόψουμε, να κόψομενα κοπώνα κοπούμε
να κόψειςνα κόψετενα κοπείςνα κοπείτε
να κόψεινα κόψουν(ε)να κοπείνα κοπούν(ε)
Perfνα έχω κόψει
να έχω κομμένο
να έχουμε κόψει
να έχουμε κομμένο
να έχω κοπεί
να είμαι κομμένος, -η
να έχουμε κοπεί
να είμαστε κομμένοι, -ες
να έχεις κόψει
να έχεις κομμένο
να έχετε κόψει
να έχετε κομμένο
να έχεις κοπεί
να είσαι κομμένος, -η
να έχετε κοπεί
να είστε κομμένοι, -ες
να έχει κόψει
να έχει κομμένο
να έχουν κόψει
να έχουν κομμένο
να έχει κοπεί
να είναι κομμένος, -η, -ο
να έχουν κοπεί
να είναι κομμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκόβεκόβετεκόβεστε
Aoristκόψεκόψετε, κόψτεκόψουκοπείτε
Part
izip
Presκόβοντας
Perfέχοντας κόψει, έχοντας κομμένοκομμένος, -η, -οκομμένοι, -ες, -α
InfinAoristκόψεικοπεί




























Griechische Definition zu κόβω

κόβω [kóvo] -ομαι παθ. αόρ. κόπηκα, απαρέμφ. κοπεί : 1α. με κατάλληλο όργανο ή εργαλείο διαιρώ ένα στερεό σώμα σε μικρότερα κομμάτια: κόβω με μαχαίρι / με ψαλίδι / με τσεκούρι. κόβω το ψωμί / το κρέας. Kόψε μου μια φέτα πεπόνι. Tο μαχαίρι σου δεν κόβει καλά. κόβω κτ. στη μέση / στα τρία. Aυτό το κρέας δεν κόβεται, είναι πολύ σκληρό. Kόβει ξύλα στο δάσος. Δεν πρέπει να κόβονται τα δέντρα. Kόβει το χαρτί σε μικρά κομμάτια. H μοδίστρα έκοψε το ύφασμα, σε κατάλληλα κομμάτια για να ράψει φόρεμα κτλ. || Kόβει τον καφέ / το πιπέρι, αλέθει. ΦΡ κόβει και ράβει*. κόβει και ράβει* η γλώσσα του. κομμένος και ραμμένος (στα μέτρα κάποιου), απόλυτα ταιριαστός, κατάλληλος, σύμφωνος με τα συμφέροντα, τις επιθυμίες κάποιου. κόβει το μυαλό του / το κεφάλι του ή του κόβει, είναι πολύ έξυπνος, έχει κοφτερό μυαλό. δεν κόβει η γκλάβα* του. κομμένη (ραμμένη), για να δηλώσουμε κατηγορηματικά πως ό,τι λέμε είναι οριστικό και αμετάκλητο και πως δε δεχόμαστε καμία άλλη συζήτηση: Λοιπόν, κομμένη ραμμένη· εσύ την έκανες τη ζημιά, εσύ θα πληρώσεις. || Kόπηκε το σκοινί και έπεσα. Kόψε εδώ την κλωστή. Ελευθερώθηκε κόβοντας τα δεσμά του. (έκφρ.) κόβω το νήμα*. ΦΡ κόβεται κτ. (με το) μαχαίρι* ή μαχαίρι* κόβεται κτ. || στα χαρτιά: Ποιος κόβει;, ενν. την τράπουλα, για να την ανακατέψει. || (έκφρ.) κόβω το τιμόνι*. || κόβω νόμισμα, για τη διαδικασία κατασκευής μεταλλικών νομισμάτων ή την εκτύπωση χαρτονομισμάτων. ΦΡ κόβω μονέδα*. (έκφρ.) κόβω σε κπ. μισθό, δίνω μια πάγια αμοιβή σε κπ. β. παρατηρώ με μεγάλη οξυδέρκεια. ΦΡ κόβει το μάτι μου, έχω την ικανότητα να διακρίνω κτ., συνήθ. να ξεχωρίζω την ποιότητα ενός πράγματος. κόβω κίνηση, παρατηρώ προσεκτικά τον κόσμο που περνά, ή έχω τεταμένη την προσοχή μου παρακολουθώντας κάποια υπόθεση, κατάσταση κτλ. κόβω κπ. (με την πρώτη ματιά), καταλαβαίνω αμέσως το ποιόν του. γ. αποσπώ κτ. από ένα ευρύτερο σύνολο: Έκοψα ένα ενδιαφέρον άρθρο από την εφημερίδα. || για καρπούς κτλ., συλλέγω: κόβω μήλα / σταφύλια. Kόψε μου λίγα κεράσια. Έκοψε λουλούδια από τον κήπο. δ. αποσπώ κτ. από ένα σύνολο και το πετώ ως περιττό: κόβω τα ξερά κλαδιά / το χορτάρι. Kόψε τις κλωστές που κρέμονται. Δεν είναι κομμένα τα νύχια σου. κόβω τα γένια μου. Πρέπει να κόψεις τα μαλλιά σου. (έκφρ.) κόβω δρόμο*. κόβω βόλτες*. ΦΡ (το) κόβω λάσπη*. κόβω τα φτερά* κάποιου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κόβω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15