κρατώ  Verb  [krato, kratw]


Beispielsätze κρατώ

... Με τον όρο πόλη–κράτος ή πόλις–κράτος εννοείται το κοινωνικό-πολιτικό σύστημα διαχείρισης της κρατικής οντότητας που διαμορφώθηκε μετά την αστική επανάσταση ...

... εξαρτημένων κρατών περιλαμβάνουν: κράτος-δορυφόρος, συνδεδεμένο κράτος, κράτος-μαριονέτα, νεοαποικία, προτεκτοράτο, υποτελές κράτος, κράτος φόρου υποτελές ...

... περιοχή. Αυτά μπορεί να αντιστοιχούν σε εθνικά κράτη, υποεθνικά κράτη, ή πολυεθνικά κράτη. Ένα κράτος συνήθως περιλαμβάνει ένα σύνολο οργανισμών οι οποίοι ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze halten

... Was wäre, wenn du eine Rede halten würdest, und niemand käme? ...

... In einer dreidimensionalen Realität wirken Kräfte wie der Elektromagnetismus nur dreidimensional und halten sich an die traditionellen Gesetze der Physik. ...

... Die Finanzexperten wissen nicht, was sie von diesem Trend halten sollen. ...

Quelle: MUIRIEL, TRANG, MUIRIEL

Grammatik


ΚΡΑΤΩ
I hold
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κρατάω, κρατώκρατάμε, κρατούμεκρατιέμαικρατιόμαστε
κρατάςκρατάτεκρατιέσαικρατιέστε, κρατιόσαστε
κρατάει, κρατάκρατάν(ε), κρατούν(ε)κρατιέταικρατιούνται, κρατιόνται
Imper
fekt
κρατούσα, κράταγακρατούσαμε, κρατάγαμεκρατιόμουν(α)κρατιόμαστε, κρατιόμασταν
κρατούσες, κράταγεςκρατούσατε, κρατάγατεκρατιόσουν(α)κρατιόσαστε, κρατιόσασταν
κρατούσε, κράταγεκρατούσαν(ε), κράταγαν, κρατάγανεκρατιόταν(ε)κρατιόνταν(ε), κρατιούνταν, κρατιόντουσαν
Aoristκράτησακρατήσαμεκρατήθηκακρατηθήκαμε
κράτησεςκρατήσατεκρατήθηκεςκρατηθήκατε
κράτησεκράτησαν, κρατήσαν(ε)κρατήθηκεκρατήθηκαν, κρατηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κρατήσει
έχω κρατημένο
έχουμε κρατήσει
έχουμε κρατημένο
έχω κρατηθεί
είμαι κρατημένος, -η
έχουμε κρατηθεί
είμαστε κρατημένοι, -ες
έχεις κρατήσει
έχεις κρατημένο
έχετε κρατήσει
έχετε κρατημένο
έχεις κρατηθεί
είσαι κρατημένος, -η
έχετε κρατηθεί
είστε κρατημένοι, -ες
έχει κρατήσει
έχει κρατημένο
έχουν κρατήσει
έχουν κρατημένο
έχει κρατηθεί
είναι κρατημένος, -η, -ο
έχουν κρατηθεί
είναι κρατημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κρατήσει
είχα κρατημένο
είχαμε κρατήσει
είχαμε κρατημένο
είχα κρατηθεί
ήμουν κρατημένος, -η
είχαμε κρατηθεί
ήμαστε κρατημένοι, -ες
είχες κρατήσει
είχες κρατημένο
είχατε κρατήσει
είχατε κρατημένο
είχες κρατηθεί
ήσουν κρατημένος, -η
είχατε κρατηθεί
ήσαστε κρατημένοι, -ες
είχε κρατήσει
είχε κρατημένο
είχαν κρατήσει
είχαν κρατημένο
είχε κρατηθεί
ήταν κρατημένος, -η, -ο
είχαν κρατηθεί
ήταν κρατημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κρατάω, θα κρατώθα κρατάμε, θα κρατούμεθα κρατιέμαιθα κρατιόμαστε
θα κρατάςθα κρατάτεθα κρατιέσαιθα κρατιέστε, θα κρατιόσαστε
θα κρατάει, θα κρατάθα κρατάν(ε), θα κρατούν(ε)θα κρατιέταιθα κρατιούνται, θα κρατιόνται
Fut
ur
θα κρατήσωθα κρατήσουμε, θα κρατήσομεθα κρατηθώθα κρατηθούμε
θα κρατήσειςθα κρατήσετεθα κρατηθείςθα κρατηθείτε
θα κρατήσειθα κρατήσουν(ε)θα κρατηθείθα κρατηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κρατήσει
θα έχω κρατημένο
θα έχουμε κρατήσει
θα έχουμε κρατημένο
θα έχω κρατηθεί
θα είμαι κρατημένος, -η
θα έχουμε κρατηθεί
θα είμαστε κρατημένοι, -ες
θα έχεις κρατήσει
θα έχεις κρατημένο
θα έχετε κρατήσει
θα έχετε κρατημένο
θα έχεις κρατηθεί
θα είσαι κρατημένος, -η
θα έχετε κρατηθεί
θα είστε κρατημένοι, -ες
θα έχει κρατήσει
θα έχει κρατημένο
θα έχουν κρατήσει
θα έχουν κρατημένο
θα έχει κρατηθεί
θα είναι κρατημένος, -η, -ο
θα έχουν κρατηθεί
θα είναι κρατημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κρατάω, να κρατώνα κρατάμε, να κρατούμενα κρατιέμαινα κρατιόμαστε
να κρατάςνα κρατάτενα κρατιέσαινα κρατιέστε, να κρατιόσαστε
να κρατάει, να κρατάνα κρατάν(ε), να κρατούν(ε)να κρατιέταινα κρατιούνται, να κρατιόνται
Aoristνα κρατήσωνα κρατήσουμε, να κρατήσομενα κρατηθώνα κρατηθούμε
να κρατήσειςνα κρατήσετενα κρατηθείςνα κρατηθείτε
να κρατήσεινα κρατήσουν(ε)να κρατηθείνα κρατηθούν(ε)
Perfνα έχω κρατήσει
να έχω κρατημένο
να έχουμε κρατήσει
να έχουμε κρατημένο
να έχω κρατηθεί
να είμαι κρατημένος, -η
να έχουμε κρατηθεί
να είμαστε κρατημένοι, -ες
να έχεις κρατήσει
να έχεις κρατημένο
να έχετε κρατήσει
να έχετε κρατημένο
να έχεις κρατηθεί
να είσαι κρατημένος, -η
να έχετε κρατηθεί
να είστε κρατημένοι, -η
να έχει κρατήσει
να έχει κρατημένο
να έχουν κρατήσει
να έχουν κρατημένο
να έχει κρατηθεί
να είναι κρατημένος, -η, -ο
να έχουν κρατηθεί
να είναι κρατημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκράτα, κράταγεκρατάτεκρατιέστε
Aoristκράτησε, κράτακρατήστεκρατήσουκρατηθείτε
Part
izip
Presκρατώντας
Perfέχοντας κρατήσει, έχοντας κρατημένοκρατημένος, -η, -οκρατημένοι, -ες, -α
InfinAoristκρατήσεικρατηθεί


















Griechische Definition zu κρατώ

κρατώ [krató] & -άω, -ιέμαι .9β : 1α. έχω κτ. μέσα στο χέρι μου, με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορεί να πέσει ή να φύγει: Kρατούσε γερά το σκοινί. Tον κρατούσε από το μανίκι. Kρατάει το παιδί από το χέρι / στην αγκαλιά. Περπατούσαν κρατημένοι χεράκι χεράκι. Kράτη σέ μου λίγο την τσάντα! ΦΡ κρατάει τον πάπα* από τα γένια. ΠAΡ Όπου ακούς πολλά κεράσια* κράτα και μικρό καλάθι. || Kρατηθείτε καλά!, για να μην πέσετε. Πρόσεξε, κρατάει μαχαίρι. β. έχω κτ. επάνω μου ή κουβαλώ κτ. μαζί μου: Δεν κρατώ μαζί μου χρήματα. Kρατάς την ταυτότητά σου; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κρατώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15