einhalten
 Verb

τηρώ Verb
(2)
σταματώ Verb
(0)
παύω Verb
(0)
κρατώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Man wird weiterhin die drei Gesetze einhalten und Ihnen weiterhin dienen.Θα τηρώ πάντα τους τρεις νόμους και θα υπηρετώ με τον ίδιο τρόπο.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich werde unsere Vereinbarung einhalten.Θα τηρώ το γράμμα τη συμφωνία μας.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σταματάω, σταματώσταματάμε, σταματούμε
σταματάςσταματάτε
σταματάει, σταματάσταματάν(ε), σταματούν(ε)
Imper
fekt
σταματούσα, σταμάταγασταματούσαμε, σταματάγαμε
σταματούσες, σταμάταγεςσταματούσατε, σταματάγατε
σταματούσε, σταμάταγεσταματούσαν(ε), σταμάταγαν, σταματάγανε
Aoristσταμάτησασταματήσαμε
σταμάτησεςσταματήσατε
σταμάτησεσταμάτησαν, σταματήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω σταματήσει
έχω σταματημένο
έχουμε σταματήσει
έχουμε σταματημένο
έχεις σταματήσει
έχεις σταματημένο
έχετε σταματήσει
έχετε σταματημένο
έχει σταματήσει
έχει σταματημένο
έχουν σταματήσει
έχουν σταματημένο
Plu
perf
ekt
είχα σταματήσει
είχα σταματημένο
είχαμε σταματήσει
είχαμε σταματημένο
είχες σταματήσει
είχες σταματημένο
είχατε σταματήσει
είχατε σταματημένο
είχε σταματήσει
είχε σταματημένο
είχαν σταματήσει
είχαν σταματημένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σταματάω, θα σταματώθα σταματάμε, θα σταματούμε
θα σταματάςθα σταματάτε
θα σταματάει, θα σταματάθα σταματάν(ε), θα σταματούν(ε)
Fut
ur
θα σταματήσωθα σταματήσουμε, θα σταματήσομε
θα σταματήσειςθα σταματήσετε
θα σταματήσειθα σταματήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σταματήσει
θα έχω σταματημένο
θα έχουμε σταματήσει
θα έχουμε σταματημένο
θα έχεις σταματήσει
θα έχεις σταματημένο
θα έχετε σταματήσει
θα έχετε σταματημένο
θα έχει σταματήσει
θα έχει σταματημένο
θα έχουν σταματήσει
θα έχουν σταματημένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σταματάω, να σταματώνα σταματάμε, να σταματούμε
να σταματάςνα σταματάτε
να σταματάει, να σταματάνα σταματάν(ε), να σταματούν(ε)
Aoristνα σταματήσωνα σταματήσουμε, να σταματήσομε
να σταματήσειςνα σταματήσετε
να σταματήσεινα σταματήσουν(ε)
Perfνα έχω σταματήσει
να έχω σταματημένο
να έχουμε σταματήσει
να έχουμε σταματημένο
να έχεις σταματήσει
να έχεις σταματημένο
να έχετε σταματήσει
να έχετε σταματημένο
να έχει σταματήσει
να έχει σταματημένο
να έχουν σταματήσει
να έχουν σταματημένο
Imper
ativ
Presσταμάτα, σταμάταγεσταματάτε
Aoristσταμάτησε, σταμάτασταματήστε
Part
izip
Presσταματώντας
Perfέχοντας σταματήσει, έχοντας σταματημένο
InfinAoristσταματήσει



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παύωπαύουμε, παύομεπαύομαιπαυόμαστε
παύειςπαύετεπαύεσαιπαύεστε, παυόσαστε
παύειπαύουν(ε)παύεταιπαύονται
Imper
fekt
έπαυαπαύαμεπαυόμουν(α)παυόμαστε, παυόμασταν
έπαυεςπαύατεπαυόσουν(α)παυόσαστε, παυόσασταν
έπαυεέπαυαν, παύαν(ε)παυόταν(ε)παύονταν, παυόντανε, παυόντουσαν
Aoristέπαψα, έπαυσαπάψαμε, παύσαμεπαύτηκα, παύθηκαπαυτήκαμε, παυθήκαμε
έπαψες, έπαυσεςπάψατε, παύσατεπαύτηκες, παύθηκεςπαυτήκατε, παυθήκατε
έπαψε, έπαυσεέπαψαν, πάψαν(ε)
έπαυσαν, παύσαν(ε)
παύτηκε, παύθηκεπαύτηκαν, παυθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω πάψει
έχω παύσει
έχουμε πάψει
έχουμε παύσει
έχω παυτεί
έχω παυθεί
έχουμε παυτεί
έχουμε παυθεί
έχεις πάψει
έχεις παύσει
έχετε πάψει
έχετε παύσει
έχεις παυτεί
έχεις παυθεί
έχετε παυτεί
έχετε παυθεί
έχει πάψει
έχει παύσει
έχουν πάψει
έχουν παύσει
έχει παυτεί
έχει παυθεί
έχουν παυτεί
έχουν παυθεί
Plu
per
fekt
είχα πάψει
είχα παύσει
είχαμε πάψει
είχαμε παύσει
είχα παυτεί
είχα παυθεί
είχαμε παυτεί
είχαμε παυθεί
είχες πάψει
είχες παύσει
είχατε πάψει
είχατε παύσει
είχες παυτεί
είχες παυθεί
είχατε παυτεί
είχατε παυθεί
είχε πάψει
είχε παύσει
είχαν πάψει
είχαν παύσει
είχε παυτεί
είχε παυθεί
είχαν παυτεί
είχαν παυθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παύωθα παύουμε, θα παύομεθα παύομαιθα παυόμαστε
θα παύειςθα παύετεθα παύεσαιθα παύεστε, θα παυόσαστε
θα παύειθα παύουν(ε)θα παύεταιθα παύονται
Fut
ur
θα πάψω, θα παύσωθα πάψουμε, θα πάψομε
θα παύσουμε, θα παύσομε
θα παυτώ, θα παυθώθα παυτούμε, θα παυθούμε
θα πάψεις, θα παύσειςθα πάψετε, θα παύσετεθα παυτείς, θα παυθείςθα παυτείτε, θα παυθείτε
θα πάψει, θα παύσειθα πάψουν(ε), θα παύσουν(ε)θα παυτεί, θα παυθείθα παυτούν(ε), θα παυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πάψει
θα έχω παύσει
θα έχουμε πάψει
θα έχουμε παύσει
θα έχω παυτεί
θα έχω παυθεί
θα έχουμε παυτεί
θα έχουμε παυθεί
θα έχεις πάψει
θα έχεις παύσει
θα έχετε πάψει
θα έχετε παύσει
θα έχεις παυτεί
θα έχεις παυθεί
θα έχετε παυτεί
θα έχετε παυθεί
θα έχει πάψει
θα έχει παύσει
θα έχουν πάψει
θα έχουν παύσει
θα έχει παυτεί
θα έχει παυθεί
θα έχουν παυτεί
θα έχουν παυθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παύωνα παύουμε, να παύομενα παύομαινα παυόμαστε
να παύειςνα παύετενα παύεσαινα παύεστε, να παυόσαστε
να παύεινα παύουν(ε)να παύεταινα παύονται
Aoristνα πάψω, να παύσωνα πάψουμε, να πάψομε
να παύσουμε, να παύσομε
να παυτώ, να παυθώνα παυτούμε, να παυθούμε
να πάψεις, να παύσειςνα πάψετε, να παύσετενα παυτείς, να παυθείςνα παυτείτε, να παυθείτε
να πάψει, να παύσεινα πάψουν(ε), να παύσουν(ε)να παυτεί, να παυθείνα παυτούν(ε), να παυθούν(ε)
Perfνα έχω πάψει
να έχω παύσει
να έχουμε πάψει
να έχουμε παύσει
να έχω παυτεί
να έχω παυθεί
να έχουμε παυτεί
να έχουμε παυθεί
να έχεις πάψει
να έχεις παύσει
να έχετε πάψει
να έχετε παύσει
να έχεις παυτεί
να έχεις παυθεί
να έχετε παυτεί
να έχετε παυθεί
να έχει πάψει
να έχει παύσει
να έχουν πάψει
να έχουν παύσει
να έχει παυτεί
να έχει παυθεί
να έχουν παυτεί
να έχουν παυθεί
Imper
ativ
Presπαύεπαύετεπαύεστε
Aoristπάψε, παύσεπάψτε, πάψετε
παύστε, παύσετε
παύσουπαυτείτε, παυθείτε
Part
izip
Presπαύονταςπαυόμενος
Perfέχοντας πάψει, έχοντας παύσει
InfinAoristπάψει, παύσειπαυτεί, παυθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κρατάω, κρατώκρατάμε, κρατούμεκρατιέμαικρατιόμαστε
κρατάςκρατάτεκρατιέσαικρατιέστε, κρατιόσαστε
κρατάει, κρατάκρατάν(ε), κρατούν(ε)κρατιέταικρατιούνται, κρατιόνται
Imper
fekt
κρατούσα, κράταγακρατούσαμε, κρατάγαμεκρατιόμουν(α)κρατιόμαστε, κρατιόμασταν
κρατούσες, κράταγεςκρατούσατε, κρατάγατεκρατιόσουν(α)κρατιόσαστε, κρατιόσασταν
κρατούσε, κράταγεκρατούσαν(ε), κράταγαν, κρατάγανεκρατιόταν(ε)κρατιόνταν(ε), κρατιούνταν, κρατιόντουσαν
Aoristκράτησακρατήσαμεκρατήθηκακρατηθήκαμε
κράτησεςκρατήσατεκρατήθηκεςκρατηθήκατε
κράτησεκράτησαν, κρατήσαν(ε)κρατήθηκεκρατήθηκαν, κρατηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κρατήσει
έχω κρατημένο
έχουμε κρατήσει
έχουμε κρατημένο
έχω κρατηθεί
είμαι κρατημένος, -η
έχουμε κρατηθεί
είμαστε κρατημένοι, -ες
έχεις κρατήσει
έχεις κρατημένο
έχετε κρατήσει
έχετε κρατημένο
έχεις κρατηθεί
είσαι κρατημένος, -η
έχετε κρατηθεί
είστε κρατημένοι, -ες
έχει κρατήσει
έχει κρατημένο
έχουν κρατήσει
έχουν κρατημένο
έχει κρατηθεί
είναι κρατημένος, -η, -ο
έχουν κρατηθεί
είναι κρατημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κρατήσει
είχα κρατημένο
είχαμε κρατήσει
είχαμε κρατημένο
είχα κρατηθεί
ήμουν κρατημένος, -η
είχαμε κρατηθεί
ήμαστε κρατημένοι, -ες
είχες κρατήσει
είχες κρατημένο
είχατε κρατήσει
είχατε κρατημένο
είχες κρατηθεί
ήσουν κρατημένος, -η
είχατε κρατηθεί
ήσαστε κρατημένοι, -ες
είχε κρατήσει
είχε κρατημένο
είχαν κρατήσει
είχαν κρατημένο
είχε κρατηθεί
ήταν κρατημένος, -η, -ο
είχαν κρατηθεί
ήταν κρατημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κρατάω, θα κρατώθα κρατάμε, θα κρατούμεθα κρατιέμαιθα κρατιόμαστε
θα κρατάςθα κρατάτεθα κρατιέσαιθα κρατιέστε, θα κρατιόσαστε
θα κρατάει, θα κρατάθα κρατάν(ε), θα κρατούν(ε)θα κρατιέταιθα κρατιούνται, θα κρατιόνται
Fut
ur
θα κρατήσωθα κρατήσουμε, θα κρατήσομεθα κρατηθώθα κρατηθούμε
θα κρατήσειςθα κρατήσετεθα κρατηθείςθα κρατηθείτε
θα κρατήσειθα κρατήσουν(ε)θα κρατηθείθα κρατηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κρατήσει
θα έχω κρατημένο
θα έχουμε κρατήσει
θα έχουμε κρατημένο
θα έχω κρατηθεί
θα είμαι κρατημένος, -η
θα έχουμε κρατηθεί
θα είμαστε κρατημένοι, -ες
θα έχεις κρατήσει
θα έχεις κρατημένο
θα έχετε κρατήσει
θα έχετε κρατημένο
θα έχεις κρατηθεί
θα είσαι κρατημένος, -η
θα έχετε κρατηθεί
θα είστε κρατημένοι, -ες
θα έχει κρατήσει
θα έχει κρατημένο
θα έχουν κρατήσει
θα έχουν κρατημένο
θα έχει κρατηθεί
θα είναι κρατημένος, -η, -ο
θα έχουν κρατηθεί
θα είναι κρατημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κρατάω, να κρατώνα κρατάμε, να κρατούμενα κρατιέμαινα κρατιόμαστε
να κρατάςνα κρατάτενα κρατιέσαινα κρατιέστε, να κρατιόσαστε
να κρατάει, να κρατάνα κρατάν(ε), να κρατούν(ε)να κρατιέταινα κρατιούνται, να κρατιόνται
Aoristνα κρατήσωνα κρατήσουμε, να κρατήσομενα κρατηθώνα κρατηθούμε
να κρατήσειςνα κρατήσετενα κρατηθείςνα κρατηθείτε
να κρατήσεινα κρατήσουν(ε)να κρατηθείνα κρατηθούν(ε)
Perfνα έχω κρατήσει
να έχω κρατημένο
να έχουμε κρατήσει
να έχουμε κρατημένο
να έχω κρατηθεί
να είμαι κρατημένος, -η
να έχουμε κρατηθεί
να είμαστε κρατημένοι, -ες
να έχεις κρατήσει
να έχεις κρατημένο
να έχετε κρατήσει
να έχετε κρατημένο
να έχεις κρατηθεί
να είσαι κρατημένος, -η
να έχετε κρατηθεί
να είστε κρατημένοι, -η
να έχει κρατήσει
να έχει κρατημένο
να έχουν κρατήσει
να έχουν κρατημένο
να έχει κρατηθεί
να είναι κρατημένος, -η, -ο
να έχουν κρατηθεί
να είναι κρατημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκράτα, κράταγεκρατάτεκρατιέστε
Aoristκράτησε, κράτακρατήστεκρατήσουκρατηθείτε
Part
izip
Presκρατώντας
Perfέχοντας κρατήσει, έχοντας κρατημένοκρατημένος, -η, -οκρατημένοι, -ες, -α
InfinAoristκρατήσεικρατηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback