σταματώ  Verb  [stamato, stamatw]


Beispielsätze σταματώ

... Η Ευδοκία (Εβίνα) Σταμάτη, γεννημένη στις 2 Αυγούστου 1984 στην Αθήνα, είναι Ελληνίδα καλαθοσφαιρίστρια. Διαθέτει ύψος 1,81 μέτρα και αγωνίζεται στη θέση ...

... Με το όνομα Δημήτρης Σταμάτης μπορεί να αναφερόμαστε στα παρακάτω πρόσωπα: Δημήτρης Ι. Σταμάτης (γ. 1950), Έλληνας πολιτικός, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας ...

... Σταμάτης Κραουνάκης Σταμάτης Κλεάνθης Σταμάτης Γονίδης Σταμάτης Γαρδέλης Σταμάτης Σπανουδάκης Σταμάτης Βούλγαρης Σταμάτης Κόκοτας Σταμάτης Βουρδαμής ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze anhalten

... Auf langen Autofahrten sollte man ab und zu anhalten und sich die Beine vertreten. ...

... Ich bemerkte nichts, als mir der Polizist ein Zeichen gab, dass ich anhalten solle. ...

... Ich weiß nicht, warum der Polizist schrie, dass ich anhalten sole ...

Quelle: PeterR, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΣΤΑΜΑΤΩ
I stop
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σταματάω, σταματώσταματάμε, σταματούμε
σταματάςσταματάτε
σταματάει, σταματάσταματάν(ε), σταματούν(ε)
Imper
fekt
σταματούσα, σταμάταγασταματούσαμε, σταματάγαμε
σταματούσες, σταμάταγεςσταματούσατε, σταματάγατε
σταματούσε, σταμάταγεσταματούσαν(ε), σταμάταγαν, σταματάγανε
Aoristσταμάτησασταματήσαμε
σταμάτησεςσταματήσατε
σταμάτησεσταμάτησαν, σταματήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω σταματήσει
έχω σταματημένο
έχουμε σταματήσει
έχουμε σταματημένο
έχεις σταματήσει
έχεις σταματημένο
έχετε σταματήσει
έχετε σταματημένο
έχει σταματήσει
έχει σταματημένο
έχουν σταματήσει
έχουν σταματημένο
Plu
perf
ekt
είχα σταματήσει
είχα σταματημένο
είχαμε σταματήσει
είχαμε σταματημένο
είχες σταματήσει
είχες σταματημένο
είχατε σταματήσει
είχατε σταματημένο
είχε σταματήσει
είχε σταματημένο
είχαν σταματήσει
είχαν σταματημένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σταματάω, θα σταματώθα σταματάμε, θα σταματούμε
θα σταματάςθα σταματάτε
θα σταματάει, θα σταματάθα σταματάν(ε), θα σταματούν(ε)
Fut
ur
θα σταματήσωθα σταματήσουμε, θα σταματήσομε
θα σταματήσειςθα σταματήσετε
θα σταματήσειθα σταματήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σταματήσει
θα έχω σταματημένο
θα έχουμε σταματήσει
θα έχουμε σταματημένο
θα έχεις σταματήσει
θα έχεις σταματημένο
θα έχετε σταματήσει
θα έχετε σταματημένο
θα έχει σταματήσει
θα έχει σταματημένο
θα έχουν σταματήσει
θα έχουν σταματημένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σταματάω, να σταματώνα σταματάμε, να σταματούμε
να σταματάςνα σταματάτε
να σταματάει, να σταματάνα σταματάν(ε), να σταματούν(ε)
Aoristνα σταματήσωνα σταματήσουμε, να σταματήσομε
να σταματήσειςνα σταματήσετε
να σταματήσεινα σταματήσουν(ε)
Perfνα έχω σταματήσει
να έχω σταματημένο
να έχουμε σταματήσει
να έχουμε σταματημένο
να έχεις σταματήσει
να έχεις σταματημένο
να έχετε σταματήσει
να έχετε σταματημένο
να έχει σταματήσει
να έχει σταματημένο
να έχουν σταματήσει
να έχουν σταματημένο
Imper
ativ
Presσταμάτα, σταμάταγεσταματάτε
Aoristσταμάτησε, σταμάτασταματήστε
Part
izip
Presσταματώντας
Perfέχοντας σταματήσει, έχοντας σταματημένο
InfinAoristσταματήσει




















Griechische Definition zu σταματώ

σταματώ [stamató] & -άω, -ιέμαι στη σημ. 4 (παθ. στο ενεστ. θ.) μππ. σταματημένος : 1. δε συνεχίζω, προσωρινά ή οριστικά, να κάνω ό,τι έκανα ως τώρα (κίνηση, πράξη, δραστηριότητα, λειτουργία κτλ.). α. (για έμψ.): Σταμάτα να χτυπάς, μας ξεκούφανες, πάψε. Aπογοητευμένοι σταμάτησαν κάθε προσπάθεια, εγκατέλειψαν. Σταμάτησε (από) το διάβασμα. || Σταμάτησε τις σπουδές του στο τρίτο έτος, διέκοψε. β. (για μηχανισμό κτλ.): Tο ρολόι σταμάτησε στις δύο. γ. για διανοητική ή σωματική λειτουργία: Σταμάτησε το μυαλό μου, αδυνατώ να σκεφτώ. Σταματημένο μυαλό, για αργόστροφο άνθρωπο. H καρδιά του σταμάτησε να χτυπά, έπαψε. ΦΡ σταματά ο νους του ανθρώπου, για κτ. που προκαλεί μεγάλη κατάπληξη. δ. (στο γ' πρόσ., για μετεωρολογικά φαινόμενα): Σταμάτησε να βρέχει. Ο αέρας δεν έλεγε να σταματήσει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σταματώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15